Θέατρο | Είδα...

Είδα: το «Ξύπνα Βασίλη» σε σκηνοθεσία Αρη Μπινιάρη 07 Νοεμβρίου 2018

Η σάτιρα του Δημήτρη Ψαθά “ξεσκονισμένη” σε μια από τις παραστάσεις της χρονιάς.

Η κεντρική και εύλογη απορία θα ήταν η εξής: «Τι συνδέει μια κοινωνικοπολιτική σάτιρα του '60 με το σημερινό περιβάλλον, 50 χρόνια μετά;». Ο Άρης Μπινιάρης φροντίζει να συνθέσει μια άρτια παράσταση που όχι μόνο θα ανταποκριθεί με επάρκεια στο παραπάνω ερώτημα, αλλά θα επεκταθεί και πέρα από το προφανές.

Καταρχάς, η ανθρωπινότητά της: Να τι καθιστά ανθεκτική μια πικρή, μελαγχολική κωμωδία που αντιπαραθέτει δύο κυρίαρχες ιδεολογικές τάσεις, τον κομμουνισμό και τον καπιταλισμό για να τις αποδυναμώσει και τελικά αμφότερες να τις γελοιοποιήσει. Πίσω, ωστόσο, από κάθε ιδεολογία υπάρχουν άνθρωποι που διαμορφώνουν τη ζωή τους και πράττουν αναλόγως υπακούοντας στο φόβο της επιβίωσης, στο κοινωνικό ρεύμα ή απλώς στην ανάγκη του ανήκειν. Η περίπτωση του Βασίλη Βασιλάκη, ήρωα του Δημήτρη Ψαθά, μοιάζει να υιοθετεί και τις τρεις παραμέτρους. Πρόκειται εξάλλου για έναν πλημμελώς αμοιβόμενο υπάλληλο εκδοτικής εταιρείας, απόλυτα συμμορφωμένο με τις απόψεις και τα συμφέροντα των αφεντικών του (κυρία Φαρλάκου) – ακόμα κι αν αυτά πλήττουν το προσωπικό του συμφέρον - ευγνώμων που «έχει την υγειά του και τη δουλίτσα του». Ο Βασίλης Βασιλάκης είναι μια τυπική περίπτωση συντηρητικού μικροαστού που, εν μέσω μιας ταραχώδους πολιτικής συγκυρίας (ο Ψαθάς γράφει το έργο στην περίοδο των Ιουλιανών), είναι αποφασισμένος να σκύψει το κεφάλι και να θυσιάσει κάθε πιθανότητα για καλύτερο μέλλον. Έτσι διασκεδάζει τις ελπίδες του επενδύοντας στον παράγοντα τύχη και μάλιστα δια μέσου του τζόγου για να αποκαταστήσει τη δική του ατολμία. Στον αντίποδα, βρίσκεται ο συνάδελφος του Μάνος Χατζηστραπάτσος ανερχόμενος αριστερός, συνδικαλιστής, οπαδός της επανάστασης και εχθρός της κεφαλαιοκρατίας που είναι διατεθειμένος να χάσει τη δουλειά του και να συγκρουστεί με το σύστημα για να υπερασπιστεί τα πιστεύω του. Ολα αυτά, βεβαίως, μέχρι να αποκτήσει χρήματα  και να καταπατήσει, χωρίς καμιά τύψη, το ήθος και τα ιδεώδη του. Ο Μάνος Χατζηστραπάτσος με τη σειρά του, είναι ο ορισμός της δημοφιλούς και της επαληθευμένης ιστορικά «κωλοτούμπας»· τυπικό δείγμα ιδεολόγου, αλλά όχι τόσο παθιασμένου όσο το χρήμα επιβάλλει. Τόσο διαφορετικοί μα και τόσο ίδιοι αφού ενσωματώνουν το σύμπτωμα του ανόητου μα επικίνδυνου φανατισμού.

Όποιος ισχυριστεί ότι τα δύο αυτά σκίτσα ηρώων δεν είναι ακριβή ως προς την τωρινότητα – εκτός από την ανθρωπινότητά τους – ψεύδεται (αλλά αυτό είναι από άλλο έργο του Ψαθά). Παρ'όλα αυτά, η διαπίστωση της “επικαιρότητας” ενός κειμένου δεν αρκεί επουδενί για να νομιμοποιήσει το ανέβασμ;a του. Εδώ έρχεται η δημιουργική έμπνευση και η συγκρότηση που, μέχρι τώρα, χαρακτηρίζει το έργο του Αρη Μπινιάρη να ενεργοποιηθεί ξανά.

Προκειμένου να ενισχυθεί ο συσχετισμός με το σήμερα, ο σκηνοθέτης φορτίζει με μεγαλύτερες εντάσεις και μεγεθυμένες αντιδράσεις τους ήρωες του Ψαθά. Εστιάζει σε αυτές, τις καδράρει. Μέσα από τη live κινηματογράφηση τους – ενώ η πλοκή εκτυλίσσεται πίσω από ένα ξύλινο ταμπλό (σκηνογραφία Πάρις Μέξης) – παρακολουθούμε ένα θέατρο του γκρο πλαν. Η ιδέα λειτουργεί με διπλό όφελος: Αφενός αποθεώνει την υπαρξιακή αγωνία των προσώπων και αφετέρου αναφέρεται στο κινηματογραφικό παρελθόν του έργου. Ετσι όταν στην τελευταία πράξη ο Βασίλης Βασιλάκης ανοίγει μια πόρτα και βγαίνει απ' το ξύλινο κλουβί του και από ασπρόμαυρη ψηφιακή προβολή παίρνει χρώμα, σάρκα και οστά, μοιάζει να κάνει τη διπλή απόδραση: Τόσο από το κίβδηλο ιδεολογικό δίπολο του έργου όσο και από την ψευδαίσθηση του κινηματογραφικού εαυτού του. Κι όσο κι αν είναι οξύμωρο, αυτή είναι μια πράξη που πριμοδοτεί τη θεατρικότητα.

Την ίδια ώρα, η δραματουργική επεξεργασία (έργο του ίδιου του σκηνοθέτη και της Θεοδώρας Καπράλου) φέρνει το κείμενο πιο κοντά σε μια τωρινή... ρητορική. Κάθε σκηνή και κάθε πράξη κορυφώνεται σ' ένα ροκ ραπάρισμα (από αυτά που χαρακτηρίζουν το σκηνικό λεξιλόγιο του Μπινιάρη) εκτελεσμένο από μια μπάντα «γεγέδων» (Κωνσταντίνος Σεβδαλής, Φώτης Σιώτας, Δημήτρης Τσεκούρας)  που σχολιάζει τα τεκταινόμενα επί σκηνής. Και πάλι το όφελος είναι διπλής όψης: Από τη μια, ανανεώνεται ο ρόλος του αφηγητή (εξαιρετικός ο  Κωνσταντίνος Σεβδαλής) μιας παράστασης κι από την άλλη ο σκηνοθέτης ανανεώνει τον τρόπο με τον οποίο αναδεικνύει τη μουσικότητα του λόγου – χωρίς να χάνει τη συνέπεια του. Μοναδικό ψεγάδι εδώ το καπέλωμα του λόγου από τη δυνατή μουσική, κάτι που προφανώς απαιτεί μια τεχνική ρύθμιση.

Η αισθητική που συνάδει με τη δραματουργική αρτιότητα κορυφώνεται με τα back to sixties κοστούμια (Πάρις Μέξης κι εδώ) και την επιμέλεια των κομμώσεων – περουκών (Χρόνης Τζήμος). Αυτό το σκηνικό σύμπαν παραδίδεται με γενναιοδωρία σε μια ομάδα αξιώσεων που ερεθίζουν διαρκώς το όριο του γκροτέσκου, της υπερβολής και της καρικατούρας για να ταυτιστούν τέλεια με τη θορυβώδη εποχή μας. Ομάδα συνεκτική, με κοινό ύφος ερμηνείας και φυσικά πρωταγωνιστές που, παρόλα αυτά, δεν χάνουν το προσωπικό τους ύφος.  

Ο Γιώργος Γάλλος – που κατά σύμπτωση θυμίζει τον Γιώργο Κωνσταντίνου, τον κινηματογραφικό Βασίλη – μεταδίδει θαυμάσια το υπαρξιακό δράμα του ήρωα ο οποίος χρειάζεται να πιστέψει σε κάτι για να συνεχίσει να ζει. Απελπισμένα κωμικός και στο φινάλε  απεγνωσμένα μελαγχολικός ακροβατεί τέλεια σε δύο καταστάσεις, φανερώνοντας τη συγγένεια τους. Ο Γιώργος Παπαγεωργίου καταφέρνει να αποχαρακτηρίσει τον ποιητή Φανφάρα από μια τόσο εμβληματική ερμηνεία για το ελληνικό σινεμά όσο αυτή του Γιώργου Μιχαλακόπουλου και να φτιάξει από την αρχή το πορτρέτο της κενής σε πνευματικότητα μπουρζουαζίας. Σωστό επίτευγμα. Ο Αινείας Τσαμάτης σκιτσάρει όλη την πορεία του Μάνου, του βασιλιά της κωλοτούμπας και κρατάει, χωρίς να είναι εύκολο, σε υψηλά επίπεδα έντασης την ερμηνεία του. Η Ηρώ Μπέζου έχει αποδείξει ξανά την ροπή της στην κωμωδία, εδώ βεβαίως επιβεβαιώνει το αγνό ταλέντο της στο ρόλο της τζάμπα επαναστάτριας, Ντίνας και αδελφής του Βασίλη. Η Ελισάβετ Κωνσταντίδου με τη γνώριμη σκηνική της πληθωρικότητα υποδύεται τη μητέρα του Βασίλη καθρεφτίζοντας απολαυστικά τη γενιά εκείνη που συμβιβάστηκε αθόρυβα για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Σε μικρότερους ρόλους, αλλά πάντα στο πνεύμα της παράστασης οι Λυδία Τζανουδάκη και Στέφανος Πίττας.

Ευτυχής στιγμή λοιπόν για τον Αρη Μπινιάρη, ευτυχής και για τη νέα σκηνή του Εθνικού που συνεχίζει την παράδοση των ανατρεπτικών αναγνώσεων ελληνικών κειμένων. Εδώ με μια από τις παραστάσεις της χρονιάς.

Γιατί να το δω:

  1.  Για την έξυπνη όσο και λειτουργική ιδέα της απεικόνισης.
  2.  Για την άψογη αισθητική.
  3.  Για τις εξαιρετικές ερμηνείες όλης της ομάδας.  

Γιατί να μη το δω:

1. Ουδείς λόγος.

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_slider Βυσσινόκηπος VS Απόψε αυτοσχεδιάζουμε: Ποιος κερδίζει στα σημεία; Χρόνο με το χρόνο είναι όλο και πιο δύσκολο να απολαύσουμε ένα κλασικό κείμενο όπως το έγραψε ο συγγραφέας του. Main_slider Συνεπιβάτες στο ταξίδι του Rio Grande Μία δροσερή σκηνοθετική προσπάθεια που, παρά τις αδυναμίες της, δρέπει καρπούς, αφήνοντας μία γλυκιά επίγευση. Main_b_25573_or_tspatroklos_skafidas-2614 Είδα: το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου Ένα πολύ ενδιαφέρον, αλλά και πολύ δύσκολο εγχείρημα, το οποίο, όμως, εκτροχιάστηκε λόγω των επαναλήψεων και της άσκοπης, συχνά, φλυαρίας. Main_proves_(015) Είδα: τον «Γυάλινο κόσμο» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά Ατμοσφαιρικό ανέβασμα που αναδεικνύει εύστοχα τις προθέσεις του συγγραφέα και απογειώνεται χάρη στην ερμηνεία του Χάρη Φραγκούλη. Main_%ce%a0%ce%bf%ce%b9%ce%bf%cf%82_%cf%83%ce%ba%ce%bf%cc%81%cf%84%cf%89%cf%83%ce%b5_%cf%84%ce%bf_%cf%83%ce%ba%cf%85%cc%81%ce%bb%ce%bf_%cf%84%ce%b1_%ce%bc%ce%b5%cf%83%ce%b1%cc%81%ce%bd%cf%85%cf%87%cf%84%ce%b11%c2%a9domnikimitropoulou Είδα: το «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου Μια ευαίσθητη παράσταση που «σήκωσε» στους ώμους του ο Γιάννης Νιάρρος. Main_%ce%a4%ce%9f_%ce%94%ce%95%ce%99%ce%a0%ce%9d%ce%9f Είδα: Το «Δείπνο» σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ Μια αποστασιοποιημένη θεατρική προσέγγιση του ομώνυμου μυθισορήματος του Χέρμαν Κοχ.
#load_content_with_ajax