Θέατρο | Είδα...

Είδα: την «Τζασμίν» σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή 21 Νοεμβρίου 2018

Καλοστημένη θεατροποίηση της οσκαρικής ταινίας που “χάνει” από την προσέγγιση του κεντρικού χαρακτήρα.

Το θεατρικό ανέβασμα μιας ταινίας του Γούντι Αλεν βάζει ψηλά τον πήχη σε οποιαδήποτε προσπάθεια. Οι χαρακτήρες, οι νευρώσεις και τα ψυχοδράματα τους μπαίνουν αυτόματα σε πρώτο πλάνο – χωρίς βεβαίως να υποτιμάται το ευρύτερο περιβάλλον στο οποίο εντάσσονται. Πόσο μάλλον, στην «Blue Jasmine», όπου ο Αλεν κατασκευάζει την στιβαρή και ολοκληρωμένη ηρωίδα της ώριμης περιόδου της καριέρας του και την τοποθετεί σε μια κοινωνία με ‘κανονικούς’ ανθρώπους. Με αυτά ως δεδομένα, η απόφαση της Ελένης Ράντου να μετασκευάσει ένα σενάριο σε θεατρικό έργο και να το ανεβάσει ήθελε τόλμη, κόπο και παραγωγή αυξημένων απαιτήσεων και κόστους.

Τίποτα δεν μοιάζει να φόβισε την πρωταγωνίστρια και θιασάρχη, αφού παρουσιάζει – σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή – την πιο καλή (ως σύνολο) παράσταση του θεάτρου της μετά τη μεγάλη επιτυχία του «Κατάδικου μου».

Ξεκινώντας από τη διασκευή του σεναρίου (και σε συνεργασία με τον Βαγγέλη Χατζηνικολάου) παρέδωσε ένα κείμενο που εστιάζει με επιμέλεια στα πρόσωπα και, μ’ έναν τρόπο, τα ‘γειώνει’ στη σκηνή∙ τους δίνει, δηλαδή, θεατρική βαρύτητα. Μην ξεχνάμε άλλωστε, πως η «Blue Jasmine» είναι εμπνευσμένη από το εμβληματικό έργο του Τένεσι Γουίλιαμς «Λεωφορείο, ο πόθος». Η συμπλεγματική και συναισθηματικά τραυματισμένη Μπλανς Ντυμπουά με ψευδαισθήσεις μεγαλείου που καταφεύγει στον αμερικανικό Νότο για να βρει καταφύγιο στο σπίτι της αδελφής της, εδώ «αντικαθίσταται» από τη Τζάσμιν, μια αστή της Νέας Υόρκης, παντρεμένη μ’ έναν γοητευτικό μεγαλοεπενδυτή. Εν μια νυκτί, η Τζάσμιν τα χάνει όλα όταν ο άνδρας της συλλαμβάνεται για απάτες και αυτοκτονεί μόλις οδηγείται στη φυλακή. Έτσι, αναγκάζεται να πάρει το δρόμο του Σαν Φρανσίσκο αναζητώντας τη μικροαστή αδελφή της και ένα καταφύγιο καθώς όλα γύρω της έχουν καταρρεύσει.

Η «Blue Jasmine» ήταν μια από τις λίγες φορές όπου ο Γούντι Αλεν εξέθεσε μαζί με τους ήρωες του μια κοινωνική συνθήκη – κι εδώ δεν είναι άλλη από το καπιταλιστικό σύστημα, τον εθισμό στο χρήμα και στο φαίνεσθαι και την αλλοτρίωση της ηθικής – κάτι που η Ράντου όχι μόνο εκμεταλλεύτηκε, αλλά ανέδειξε στη διασκευή της.

Με βάση αυτό το υλικό, ο Σταμάτης Φασουλής οργάνωσε μια κομψή, ευρηματική και εύρυθμη παράσταση, παρά την υπολογίσιμη διάρκεια της. Το κυκλικό σκηνικό του εξασφάλισε τη διαρκή εναλλαγή σκηνών σε κινηματογραφικό ρυθμό – κάνοντας αναφορά και στο παρελθόν του έργου. Η εναλλαγή τόσο στον τόπο όσο στον αφηγηματικό χρόνο μπορεί στο σινεμά να λογίζεται ως flash back, στο θέατρο όμως ωθεί τους πρωταγωνιστές της παράστασης να περνούν κάθε φορά σε μια άλλη ερμηνευτική διάθεση από αυτή που βρίσκονταν μερικά δευτερόλεπτα πριν.

Στη διανομή συναντάμε διακεκριμένους ηθοποιούς που δεν εμφανίζονται συχνά σε κεντρικά θέατρα (κι αυτή είναι μια ακόμα επιτυχία της Ράντου) να ανταποκρίνονται καλά στους ρόλους τους. Της διανομής ξεχωρίζει η Γαλήνη Χατζηπασχάλη που ερμηνεύει το ρόλο της αδελφής της Τζασμίν, Τζίντζερ λες και κουβαλούσε από πάντα το νευρωτικό κενό στο οποίο πέφτουν οι ήρωες του Γούντι Αλεν· εκεί όπου δεν είναι διακριτό αν η κωμικότητα προκύπτει ως πρωταρχική αντίδραση ή ως προϊόν απελπισίας. Ο Μάξιμος Μουμούρης στο ρόλο του αυτόχειρα συζύγου της Τζασμίν νικάει την αποσπασματικότητα του ρόλου του (αφού πρόκειται για έναν ήρωα που προκύπτει μόνο ως ανάμνηση) και αποδίδει το πορτρέτο ενός γνήσιου φορέα του καπιταλιστικού συστήματος. Ο Παντελής Δεντάκης ενδύεται με περισσή φυσικότητα το ρόλο του μπρουτάλ και άξεστου συντρόφου της Τζίνζτερ, Τσίλυ, προσεγγίζοντας τον με μεγαλύτερη ελαφρότητα από την πρωτότυπη εκδοχή του. Ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος φέρει την αναγκαία ιλουστρασιόν στιβαρότητα του νέου συντρόφου της Τζασμίν που ονειρεύεται να της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στην πολυτελή ζωή (που ζούσε μέχρι τότε). Ο Κώστας Κορωναίος κρατάει με φαρσική διαύγεια δύο ρόλους ενώ σε συντομότερες εμφανίσεις αλλά με επάρκεια εμφανίζονται και οι Ορέστης Καρύδας και Δημήτρης Καπετανάκος.

Παρότι, η ομάδα γύρω της δημιουργεί ένα στέρεο περιβάλλον, η ερμηνεία της ίδιας της Ελένης Ράντου στον ομώνυμο ρόλο είναι ελλιπής. Η ανάγνωση της αναλώνεται σε μια προφανή εξωστρέφεια, στερώντας από την ηρωίδα την αναγκαία εσωτερικότητα. Αν εξαιρέσουμε την τελευταία σκηνή της παράστασης όπου εκεί μοιάζει να φωτίζει πιο λεπτές αποχρώσεις περιοχές, η Ράντου προσεγγίζει αρκετά επιφανειακά τις αντιθέσεις του χαρακτήρα της και την ψυχολογική της ακροβασία. Η βαθύτητα και η ευθραυστότητα της ερμηνείας της Κέιτ Μπλάνσετ – αυτή εξάλλου μας σύστησε την Τζασμίν - φαίνεται πως δεν ενέπνευσε την Ελληνίδα συνάδελφο της.

Αναμφίβολα, αυτή η επιλογή πλήττει την παράσταση που, στην τελική αποτίμηση της είναι μια τίμια, καλοστημένη και καλοπαιγμένη προσπάθεια.

 Γιατί να το δω:
- Για το σύνολο των καλών ερμηνειών
- Για το ρίσκο της θεατροποίησης σεναρίου του Γούντι Αλεν
- Για την εύρυθμη σκηνοθεσία.

Γιατί να μη το δω:
- Για την ελλιπή ερμηνεία της Ελένης Ράντου.

 

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_ilektra_orestis_ivo_van_hove2_jan_versweyveld Είδα: την παράσταση «Ηλέκτρα/Ορέστης» σε σκηνοθεσία Ίβο Βαν Χόβε Ωμός, άκρατα ρεαλιστικός, ευριπίδειος λόγος σε μία παράσταση που μας έκοψε την ανάσα. Main_unnamed Είδα: την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού Μια παράσταση που ο λόγος της ακούγεται στο ακέραιο, ενώ πετυχαίνει παράλληλα να επικοινωνήσει πλήρη τα νοήματα του Ευριπίδειου κειμένου. Main_dikomascinema9_7182 Είδα: το «Δικό μας Σινεμά» σε σκηνοθεσία Θ. Παπαθανασίου - Μ. Ρέππα - Φ. Ευαγγελινού Μία χορταστική αναδρομή στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο ή αλλιώς στο «Δικό μας Σινεμά». Main_2.dominique-sebastien.credit.michelelaurent Είδα: το «Kanata» σε σκηνοθεσία του Ρομπέρ Λεπάζ Η παράσταση του Robert Lepage αποτελεί ιδιαίτερη εμπειρία για τον θεατή της φωτίζοντας τον εικαστικό και σημειολογικό κόσμο του θεάτρου και του κινηματογράφου μέσα από τη ζοφερή ανθρώπινη πραγματικότητα. Main_press_photo_mpost_small_18437_ Είδα: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» την εποχή των social media Η παράσταση αυτή όμως, με τα θετικά και τα αρνητικά της σημεία, με έκανε να αναρωτηθώ για ποιο λόγο δεν επιλέγονται πλέον οι επιθεωρήσεις. Ίσως ήρθε η ώρα το τόσο δύσκολο και απαιτητικό αυτό θεατρικό είδος να κάνει και πάλι την εμφάνισή του. Main_original_703_(4) Είδα: τις «Αυτόχειρες Παρθένους» σε σκηνοθεσία Susanne Kennedy Αν κάποιος δε γνώριζε ήδη την ιστορία, θα πρέπει να δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να καταλάβει τι συνέβαινε επί σκηνής. Αλλά η σκηνοθεσία δε λειτούργησε ούτε σε επίπεδο σκηνικής performance, καθώς απομονώθηκε στα σκηνικά δρώμενα και στην, ομολογουμένως θεαματική, χρήση της multimedia τεχνολογίας.
#load_content_with_ajax