ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2019
Θέατρο | Είδα...

Είδα: τον «Bυσσινόκηπο» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη 28 Νοεμβρίου 2018

Ισορροπημένη και εμβριθής ανάγνωση μ' έναν θίασο που παρουσιάζει ανάγλυφους τους τσεχωφικούς ήρωες.

«Οι άνθρωποι δεν πρέπει να βλέπουν παραστάσεις· πρέπει να μένουν στο σπίτι και να κοιτάζουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη». Ο Αντόν Τσέχωφ μέσα σε αυτή τη φράση (εδώ στη μετάφραση της Μαρίσσας Τριανταφυλλίδου) δεν είναι μόνο ο ανθρωποκεντρικός συγγραφέας που με μια ήσυχη λαγνεία παρατηρεί την ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά είναι κι εκείνος που υψώνει έναν καθρέφτη απέναντί της. Κι έτσι το θέατρό του – σε αντίθεση με την προτροπή του - εξακολουθεί να βιώνεται ως μια αδιάκοπη, δημόσια συζήτηση που επεξεργάζεται τα θέματα της ζωής.
Κρίνω αναγκαίο αυτόν τον πρόλογο καθώς ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης μοιάζει από καιρό να έχει υιοθετήσει μια τσεχωφική αντίληψη για το θέατρο κι ας χρειάστηκε κάμποσες σκηνοθεσίες (καλές ή λιγότερο καλές) ώστε να φτάσει στον “προπάτορα” του. Κι έτσι με τον «Βυσσινόκηπο» εγκαθίσταται σ' ένα οικείο πεδίο – χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι και ασφαλές.
Στον «Βυσσινόκηπο» ο Τσέχωφ αφηγείται τη στιγμή στη ζωή μιας οικογένειας ξεπεσμένων φεουδαρχών του 19ου αιώνα όπου, χρεωμένοι ως τον λαιμό, κινδυνεύουν να χάσουν το, εμβληματικό για τη ρωσική επαρχία, κτήμα τους. «Αυτός ο βυσσινόκηπος αναφέρεται ακόμα και στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό» ομολογούν και παρόλα αυτά στέκουν ενεοί εμπρός στις εξελίξεις: Το κτήμα θα αγοραστεί προς αξιοποίηση, το τσεκούρι θα καρφωθεί στο σώμα των βυσσινόδεντρων και η άνοδος των κολίγων θα διαμορφώσει μια νέα τάξη πραγμάτων στον τόπο τους. 
Η ανάγνωση Μαρκουλάκη – όσο κι αν ο κήπος είναι ένα σημείο αναφοράς στη γη και άρα στην έννοια της κτήσης – δεν επιμένει ιδιαίτερα στην ιστορική αλλαγή που προκαλεί ρίγη, καθώς διαπερνά τα πρόσωπα· την χρησιμοποιεί, ωστόσο, ως άλλοθι στην εκδήλωση ενός κοινωνικού συμπτώματος και μιας οντολογικής μεταβολής. Η Λιουμπόφ, ο Γκάγιεφ, ο Λοπάχιν και ο Τροφίμοφ είναι παιδιά της εποχής τους όσο είναι παιδιά και κάθε εποχής που εκπνέει για να υποδεχτεί μια καινούργια. Καθένας τους αναπτύσσει άλλα (ή καθόλου) αντανακλαστικά μπροστά σε αυτό το δεδομένο. Για τον Τσέχωφ η αλλαγή είναι ένα κρίσιμο τεστ ωριμότητας: Ανάμεσα στους ήρωες του κάποιοι θα την προσπεράσουν ή θα την αγνοήσουν, κάποιοι θα την αντιληφθούν, θα τη χρησιμοποιήσουν ή θα την αφομοιώσουν. Ο καθρέφτης υψώνεται για να αποτυπώσει καθεμία από αυτές τις ανθρώπινες αντιδράσεις.
Δεν είμαι σίγουρη, ωστόσο, αν η παράσταση θέλει να καθρεφτίσει ή να ανασύρει τη φωτογραφία μιας κάποιας εποχής.  Συνυπολογίζοντας την καλαίσθητη, κλασικότροπη αισθητική όψη της (σκηνικά από την Αθανασία Σμαραγδή και κοστούμια από τη Μαρία Κοντοδήμα) που παραπέμπει σε ενσταντανέ αποτυπωμένο σε χρώμα σέπια, τείνω προφανώς προς το δεύτερο. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης μοιάζει να ξεκρεμάει από τον τοίχο ένα ξύλινο κάδρο κι αρχίζει να αφηγείται την ιστορία των πρωταγωνιστών του ως δική μας. Δική μας γιατί κάνει ζουμ στην υπαρξιακή μοναξιά, στο πένθος για όσα τελειώνουν και εν τέλει - όπως έχει πει και ο Ιταλός σκηνοθέτης και ιδρυτής του μιλανέζικου «Picollo»  Τζόρτζιο Στρέλερ - στην «αιώνια περιπέτεια της ανθρώπινης ζωής»  που είναι αβάσταχτη μα και αιώνια. Οι άνθρωποι και οι εποχές περνούν, αλλά οι χίμαιρες τους μένουν.
Κατά συνέπεια, ο «Βυσσινόκηπος» του έρχεται ως παρελθούσα ανάμνηση που (ξανα)ζωντανεύει. Οι κάτοικοι του προβάλλουν αστραφτεροί και τρισδιάστατοι, όπως ακριβώς αξίζουν στους χαρακτήρες του Τσέχωφ, γιατί σύνολη η πρωταγωνιστική ομάδα έχει πετύχει να φέρει μιαν ευαίσθητη αλήθεια στον τρόπο που τους προσεγγίζει. Εμφανίζονται γήινοι, σάρκινοι (άρα και αναγνωρίσιμοι), επιλογή που υπογραμμίζει το συναίσθημα. Μολονότι κανείς δεν υπολείπεται αυτού, από την δωδεκαμελή ομάδα - Θέμις Μπαζάκα, Δημήτρης Λιγνάδης, Κόρα Καρβούνη, Αθηνά Μαξίμου, Γιάννης Κότσιφας, Σίσσυ Τουμάση, Γιώργος Μπινιάρης, Γιάννης Στόλλας, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Γιάννης Γιαννούλης, Τάσος Δημητρόπουλος, Γεωργιάννα Νταλάρα - κάποιοι διακρίνονται περισσότερο: Ο Δημήτρης Λιγνάδης για τον πυρετικό του ξέσπασμα ως ο Γερμολάϊ «που βάζει το τσεκούρι», η Θέμις Μπαζάκα για την εσωτερικότητα με την οποία διατυπώνει το πένθος της Λιούμποφ, η Κόρα Καρβούνη που, ως Βάρια, ενσαρκώνει όλες τις τσεχωφικές ηρωίδες που απέμειναν να αιωρούνται στη ζωή, άκληρες από έρωτα. Στην πρώτη γραμμή της παράστασης επίσης και οι νεότεροι Τάσος Δημητρόπουλος - για την ασίγαστη, νευρωτική ενέργεια με την οποία παρουσιάζει τον Γιεπιχόντοφ -  και  Αλέξανδρος Μαυρόπουλος – που γίνεται η παθιασμένη φωνή αναγνώρισης του αύριο.

Αν λείπει κάτι από την παράσταση είναι ένα ποιητικό πέταγμα διαρκείας – γιατί ο Τσέχωφ είναι και αυτό, ένας ποιητής του ρεαλισμού. Μόνο κατά την τελευταία σκηνή της παράστασης όπου ο Φιρς του Γιώργου Μπινιάρη αμπαρώνει το σπίτι του βυσσινόκηπου εκτονώνεται όλη η συγκρατημένη, μέχρι τότε, ενέργεια σε μια πηγαία συγκίνηση. 

Γιατί να το δω:
-Για τις αξιόλογες ερμηνείες του θιάσου.
-Για την ισορροπημένη, εμβριθή και ευαίσθητα προσωποκεντρική ανάγνωση.
-Για την καλαίσθητη όψη της.

Γιατί να μη το δω:
-Για το ποιητικό πέταγμα που λείπει.

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_ilektra_orestis_ivo_van_hove2_jan_versweyveld Είδα: την παράσταση «Ηλέκτρα/Ορέστης» σε σκηνοθεσία Ίβο Βαν Χόβε Ωμός, άκρατα ρεαλιστικός, ευριπίδειος λόγος σε μία παράσταση που μας έκοψε την ανάσα. Main_unnamed Είδα: την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού Μια παράσταση που ο λόγος της ακούγεται στο ακέραιο, ενώ πετυχαίνει παράλληλα να επικοινωνήσει πλήρη τα νοήματα του Ευριπίδειου κειμένου. Main_dikomascinema9_7182 Είδα: το «Δικό μας Σινεμά» σε σκηνοθεσία Θ. Παπαθανασίου - Μ. Ρέππα - Φ. Ευαγγελινού Μία χορταστική αναδρομή στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο ή αλλιώς στο «Δικό μας Σινεμά». Main_2.dominique-sebastien.credit.michelelaurent Είδα: το «Kanata» σε σκηνοθεσία του Ρομπέρ Λεπάζ Η παράσταση του Robert Lepage αποτελεί ιδιαίτερη εμπειρία για τον θεατή της φωτίζοντας τον εικαστικό και σημειολογικό κόσμο του θεάτρου και του κινηματογράφου μέσα από τη ζοφερή ανθρώπινη πραγματικότητα. Main_press_photo_mpost_small_18437_ Είδα: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» την εποχή των social media Η παράσταση αυτή όμως, με τα θετικά και τα αρνητικά της σημεία, με έκανε να αναρωτηθώ για ποιο λόγο δεν επιλέγονται πλέον οι επιθεωρήσεις. Ίσως ήρθε η ώρα το τόσο δύσκολο και απαιτητικό αυτό θεατρικό είδος να κάνει και πάλι την εμφάνισή του. Main_original_703_(4) Είδα: τις «Αυτόχειρες Παρθένους» σε σκηνοθεσία Susanne Kennedy Αν κάποιος δε γνώριζε ήδη την ιστορία, θα πρέπει να δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να καταλάβει τι συνέβαινε επί σκηνής. Αλλά η σκηνοθεσία δε λειτούργησε ούτε σε επίπεδο σκηνικής performance, καθώς απομονώθηκε στα σκηνικά δρώμενα και στην, ομολογουμένως θεαματική, χρήση της multimedia τεχνολογίας.
#load_content_with_ajax