ΣΑΒΒΑΤΟ 21 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2019
Θέατρο | Είδα...

Είδα: την «Κωμωδία των παρεξηγήσεων» σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου 30 Νοεμβρίου 2018

Ένα καλλιτεχνικό επίτευγμα, που φέρει την υπογραφή όλων των συντελεστών και συνεργατών, αλλά αδιαμφισβήτητα τη σφραγίδα της ίδιας της σκηνοθέτιδας.

Το θέατρο απευθύνεται (ή θα έπρεπε να απευθύνεται) σε όλο τον κόσμο, αφού κατ’ ουσίαν καθρεφτίζει τον άνθρωπο και τις πράξεις του. Την αρχή αυτή φαίνεται να ακολούθησε στην παράσταση του Ουίλιαμ Σαίξπηρ και η Κατερίνα Ευαγγελάτου. Ως αποτέλεσμα, η «Κωμωδία των παρεξηγήσεων» κατάφερε να έχει ταυτόχρονα, λαϊκή απεύθυνση, αλλά και φορμαλιστική δομή.

Η «Κωμωδία των παρεξηγήσεων» είναι η πρώτη κωμωδία που έγραψε ο Σαίξπηρ, σύμφωνα με τον Harold Bloom*. Το θέμα της είναι αρκετά απλοϊκό και έχει επιρροές από το θέατρο του Πλαύτου: δύο ζευγάρια δίδυμων αδελφών χωρίζονται σε ένα ναυάγιο. Το μπέρδεμα αρχίζει όταν, 25 χρόνια μετά, βλέπουμε τον έναν δίδυμο, ονόματι Αντίφιλο από τις Συρακούσες, μαζί με τον δούλο του, τον Δρόμιο, να έχουν ταξιδέψει στην Έφεσο για να βρουν τους δίδυμους αδελφούς τους. Στην Έφεσο όντως ζουν ο Αντίφιλος από την Έφεσο με τον δούλο του Δρόμιο. Οι παρεξηγήσεις διαδέχονται, όπως είναι λογικό, η μία την άλλη.

Το έργο είναι απλοϊκό στη θεματολογία του και στηρίζεται, κυρίως, στην πλάνη, στην εξαπάτηση και τα φαρσικά στοιχεία. Από την άλλη, αγγίζει ζητήματα που άπτονται της ανθρώπινης ταυτότητας και μοναδικότητας, άρα συνεπώς της ανθρώπινης ύπαρξης, εν γένει. Σε αυτό το δίπολο στηρίχτηκε και η σκηνοθέτις. Έστησε μια παράσταση που έμοιαζε να ξεπήδησε από τσίρκο, με ήχους τσίρκου, αλλά και τους ηθοποιούς να είναι βαμμένοι, ντυμένοι και να παίζουν σαν να ήταν κλόουν. Σε δεύτερο επίπεδο όμως η Κ. Ευαγγελάτου βασίστηκε στο «Τριαδικό Μπαλέτο» του Όσκαρ Σλέμερ για το Μπαουχάουζ, δίνοντας στους ηθοποιούς της τόσο την όψι, όσο και την κινησιολογία της μαριονέτας. Χρησιμοποίησε επίσης ένα περιστρεφόμενο σκηνικό που θύμιζε πολύ παιδικό καρουζέλ, γεγονός που το ενίσχυσε και η χρήση του ψεύτικου αλόγου. Την ίδια στιγμή όμως, το σκηνικό αυτό λειτουργούσε σαν ένα ρολόι που μετρούσε την ώρα, τον χρόνο και τη ζωή των ηρώων, δηλώνοντας σαφώς τη φθαρτότητα και τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η Κ. Ευαγγελάτου, δηλαδή, δημιούργησε με απόλυτη επιτυχία μια παράσταση η οποία μπορεί να διασκεδάσει το κοινό, αλλά και να το προβληματίσει, όπως συνέβαινε και στην εποχή του Ελισαβετιανού συγγραφέα, που το θέατρο απευθυνόταν σε μάζες.

Μέσα σε αυτό το τόσο καλοκουρδισμένο, αλλά και τόσο εμπνευσμένο και πρωτότυπο σκηνοθετικό πλαίσιο, οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές, άνθισαν. Πατώντας στέρεα στις ελισαβετιανού ύφους οδηγίες της παράστασης, τόσο ο Ορφέας Αυγουστίδης (Δρόμιος), όσο και ο Νίκος Κουρής (Αντίφιλος) έπαιξαν με σκοπό να χαρίσουν απλόχερα το γέλιο στο κοινό, γεγονός που πέτυχαν, αλλά και επικοινώνησαν με αμεσότητα με τους θεατές θυμίζοντας ότι το σύγχρονο του Σαίξπηρ κοινό πολύ συχνά συναποφάσιζε μαζί με τους ηθοποιούς ακόμα για την εξέλιξη της ιστορίας. Οι δύο πρωταγωνιστές, κατάφεραν να αποδώσουν με γνήσια κωμικότητα τους διπλούς ρόλους τους, αντίστοιχα, πετυχαίνοντας και έναν υποκριτικό άθλο. Ξεχώρισαν επίσης η Δήμητρα Βλαγκοπούλου (Αδριανή) και η Αμαλία Νίνου (Λουκιανή). 

Εξαιρετική η κινησιολογική διδασκαλία (Πατρίσια Απέργη), η οποία κατάφερε ένα δύσκολο εγχείρημα, καθώς όλος ο θίασος εναρμονίστηκε, με αποτέλεσμα οι ηθοποιοί να κινούνται είτε εν συνόλω, είτε κατά μόνας, θυμίζοντας τόσο τους ηθοποιούς του Μπαουχάουζ, όσο και μαριονέτες κουκλοθεάτρου. Ιδιαίτερα και μοναδικά τα κοστούμια (Βασιλική Σύρμα), σε πολλά και διάφορα σχήματα, σχέδια και χρώματα. Το τόσο ευφάνταστο και λειτουργικό σκηνικό (Εύα Μανιδάκη), σε συνδυασμό με τους υπέροχους φωτισμούς (Ελευθερία Ντεκώ) που το αναδείκνυαν, παίζοντας με τους αντικατοπτρισμούς και τις σκιές, αποτέλεσε έναν επιπλέον άσο για την παράσταση. Οι φωτισμοί κατάφεραν επίσης να αποδώσουν μια αίσθηση παραίσθησης, αλλά και να δώσουν μια νότα μελαγχολίας μέσα στο τρελό πανηγύρι των παρεξηγήσεων. Στα θετικά της παράστασης επίσης, η ζωντανή «ορχήστρα» που ενέτεινε την αίσθηση τσίρκου και έκανε ακόμα πιο ζωντανή την παράσταση. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί η σημαντική συμβολή της μετάφρασης (Διονύσης Καψάλης), η οποία κατάφερε με μαεστρία να είναι ταυτόχρονα θεατρική και σύγχρονη.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου κατάφερε να αντιμετωπίσει με αμεσότητα και παιγνιώδη διάθεση μια σαιξπηρική κωμωδία, κρατώντας ωστόσο σε δεύτερο επίπεδο συμβολισμούς και σκέψεις που προκύπτουν από ένα τέτοιο κείμενο. Πρόκειται για ένα καλλιτεχνικό επίτευγμα, που φέρει την υπογραφή όλων των συντελεστών και συνεργατών, αλλά αδιαμφισβήτητα τη σφραγίδα της ίδιας της σκηνοθέτιδας.

Γιατί να το δω
-Για την σκηνοθεσία
-Για τον Ορφέα Αυγουστίδη και τον Νίκο Κουρή

*Bloom, Harold. Shakespeare: The Invention of the Human. London: Fourth Estate, 1198. p. xiii-xiv.

Τόνια Τσαμούρη

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_ilektra_orestis_ivo_van_hove2_jan_versweyveld Είδα: την παράσταση «Ηλέκτρα/Ορέστης» σε σκηνοθεσία Ίβο Βαν Χόβε Ωμός, άκρατα ρεαλιστικός, ευριπίδειος λόγος σε μία παράσταση που μας έκοψε την ανάσα. Main_unnamed Είδα: την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού Μια παράσταση που ο λόγος της ακούγεται στο ακέραιο, ενώ πετυχαίνει παράλληλα να επικοινωνήσει πλήρη τα νοήματα του Ευριπίδειου κειμένου. Main_dikomascinema9_7182 Είδα: το «Δικό μας Σινεμά» σε σκηνοθεσία Θ. Παπαθανασίου - Μ. Ρέππα - Φ. Ευαγγελινού Μία χορταστική αναδρομή στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο ή αλλιώς στο «Δικό μας Σινεμά». Main_2.dominique-sebastien.credit.michelelaurent Είδα: το «Kanata» σε σκηνοθεσία του Ρομπέρ Λεπάζ Η παράσταση του Robert Lepage αποτελεί ιδιαίτερη εμπειρία για τον θεατή της φωτίζοντας τον εικαστικό και σημειολογικό κόσμο του θεάτρου και του κινηματογράφου μέσα από τη ζοφερή ανθρώπινη πραγματικότητα. Main_press_photo_mpost_small_18437_ Είδα: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» την εποχή των social media Η παράσταση αυτή όμως, με τα θετικά και τα αρνητικά της σημεία, με έκανε να αναρωτηθώ για ποιο λόγο δεν επιλέγονται πλέον οι επιθεωρήσεις. Ίσως ήρθε η ώρα το τόσο δύσκολο και απαιτητικό αυτό θεατρικό είδος να κάνει και πάλι την εμφάνισή του. Main_original_703_(4) Είδα: τις «Αυτόχειρες Παρθένους» σε σκηνοθεσία Susanne Kennedy Αν κάποιος δε γνώριζε ήδη την ιστορία, θα πρέπει να δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να καταλάβει τι συνέβαινε επί σκηνής. Αλλά η σκηνοθεσία δε λειτούργησε ούτε σε επίπεδο σκηνικής performance, καθώς απομονώθηκε στα σκηνικά δρώμενα και στην, ομολογουμένως θεαματική, χρήση της multimedia τεχνολογίας.
#load_content_with_ajax