Θέατρο | Είδα...

Είδα: τo «Να ντύσουμε τους γυμνούς» σε σκηνοθεσία Γιάννου Περλέγκα 02 Ιανουαρίου 2019

Ασυνήθιστη, αν και τεκμηριωμένη ανάγνωση στον Πιραντέλο που ωστόσο πέφτει σε αντιφάσεις.

Ως εδώ θα μπορούσε να είναι σύμπτωση. Αλλά η τρίτη – μετά τον «Εμμάνουελ Καντ» και τον «Αδαή και παράφρονα» του Μπέρνχαρντ - προσωπική επιλογή του Γιάννου Περλέγκα να σκηνοθετήσει εδρεύει και πάλι σε ένα δύσκολο, πυκνό, βραδυφλεφές και αντιφατικό κείμενο.
Το «Να ντύσουμε τους γυμνούς» του Λουίτζι Πιραντέλο εκ πρώτης όψεως παραπέμπει σ' ένα επιπόλαιο μελόδραμα με στοιχειώδεις ανατροπές που θυμίζουν σύγχρονη ερωτική σαπουνόπερα: Μια κουβερνάντα που εμμέσως κατηγορείται για το θάνατο της μικρής προστατευόμενης της, επιχειρεί ν' αυτοκτονήσει με αιτιολογία όχι το τραγικό συμβάν αλλά την εγκατάλειψη από το νεαρό εραστή της. Η ιστορία της καταγράφεται από τον Τύπο της εποχής κι ένας συγγραφέας συγκινημένος από το δράμα της αποφασίζει να της προσφέρει στέγη και μια θέση δίπλα του.

Θα ήταν επιφανειακή ίσως και αφελής η προσέγγιση αν το έργο διαβαζόταν γι' αυτό το πρώτο επίπεδο της αφήγησης του. Γιατί ο Πιραντέλο μέσα από ένα υπαρξιακό δράμα, νοτισμένο από την ιλαρότητα της νεο-ιταλικής κωμωδίας (της οποίας υπήρξε εκπρόσωπος), καταθέτει μια πραγματεία για την κοινωνική ηθική, τα πρέπει και τις ενοχές, τη χάρτα των υποχρεώσεων και των καθηκόντων που ορίζουν την ύπαρξη, την απόγνωση των ανθρώπων όταν συνειδητοποιήσουν πως ζουν και είναι όπως επιθυμούν ή προσδοκούν οι άλλοι, την τραγωδία υποκειμενικότητας της αλήθειας και την κωμωδία αποκάλυψης του ψέματος, το είναι και το φαίνεσθαι.

Η σκηνοθετική θέση του Γιάννου Περλέγκα, λοιπόν, δεν επαναπαύεται στον ρεαλισμό. Απεναντίας, τοποθετεί την αφήγηση της ιστορίας σ' έναν απροσδιόριστο τόπο και την διαβάζει σαν χριστιανική παραβολή· λαμβάνοντας, πιθανότατα υπόψη του το γεγονός ότι ο Λουίτζι Πιραντέλο υπήρξε και πολέμιος του καθολικισμού και των επιταγών του. Δεν είναι τυχαία η, επί σκηνής, ανάρτηση του διασημότερου έργου του Ιερώνυμου Μπος, του τρίπτυχου «Κήπου των επίγειων απολαύσεων» που στεφανώνει το ογκώδες αμφιθεατρικό σκηνικό ντυμένο με κουρέλια (από την Γεωργία Μπούρα) το οποίο, με τη σειρά του, παραπέμπει στα σκαλιά εισόδου μιας εκκλησίας - άρα και σ' ένα χώρο κάθαρσης και απέκδυσης από τις αμαρτίες.
Συνδυαστικά, οι επιλογές αυτές οδηγούν τη σκηνοθεσία σ' ένα εγκεφαλικότερο, πνευματικότερο φάσμα – απομακρύνοντας το έργο από το λαϊκό ήθος από το οποίο χαρακτηρίζονται συνήθως οι πιραντελικές παραστάσεις. Η πρόταση αυτή θα ήταν η πιο ενδεδειγμένη για τη σύγχρονη διαχείριση του έργου και την ανάδειξη του ιδεολογικού του βάθους αν το κείμενο (σε μετάφραση Ελένης Γεωργίου και Γιάννου Περλέγκα) είχε υποστεί μια σχετική επεξεργασία. Περιορίζοντας, δηλαδή, το εύρος της αφηγηματικής λούπας που το καθιστά αργό και, κατά τόπους, φλύαρο.
Η φλυαρία, αντίθετα, επιτείνεται και εξαιτίας του ευρήματος σύμφωνα με το οποίο οι ηθοποιοί “σπάνε” επιτηδευμένα τα ελληνικά τους με φράσεις στα ιταλικά – πιθανότατα σε μια προσπάθεια να αποδοθεί η μουσικότητα του ιταλικού γλωσσικού ταπεταμέντου (δώστε προσοχή στη “φελινική” σύνθεση του Κορνήλιου Σελαμσή). Φαίνεται, όμως, πως το εύρημα επιβαρύνει, παρά διευκολύνει την παρακολούθηση ενός έργου που, έτσι κι αλλιώς, επενδύει περισσότερο στο λόγο παρά στην πλοκή.

Από την άλλη, η φλυαρία (γι' αυτό και μιλάμε για ένα αντιφατικό έργο) αποδεικνύεται χρήσιμο εργαλείο προκειμένου οι ηθοποιοί να κλιμακώσουν, να δικαιολογήσουν και κυρίως να δώσουν σχήμα και μορφή στους χαρακτήρες τους. Ολοι σε μια γκροτέσκα και σατιρική ανάγνωση του μελό - με πιο ενδιαφέρουσα την παρουσία της Μαρίας Πρωτόπαππα (στον ρόλο της ταπεινής κουβερνάντας Ερσίλια), της Εύης Σαουλίδου (ως πανταχού παρούσα σινιόρα Ονόρια) και του Θάνου Τοκάκη (στον ρόλο του κατάφορα αδικημένου Φράνκο Λασπίγκα).
Και σ' ένα έργο - που σχολιάζει εμμονικά τα κοστούμια τα οποία αναγκάζεται να φορέσει ο άνθρωπος για να (συν)υπάρξει - ειδικό βάρος για τις ερμηνείες φέρουν τα σχεδιάσματα της Λουκίας Χουλιάρα· με αποκορύφωμα τον “ιερό μανδύα” με τον οποίο εμφανίζεται η Μαρία Πρωτόπαππα στην ωραία σκηνή του φινάλε. Αυτό είναι και το αισθητικό επίτευγμα της παράστασης που συμπληρώνεται από τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς του Νίκου Βλασόπουλου και τις κομμώσεις του Χρόνη Τζήμου.
Και σε τούτο το εγχείρημα, λοιπόν, ο Γιάννος Περλέγκας επιβεβαιώνει πως ακολουθεί τις δυσκολότερες διαδρομές για να κάνει θέατρο. Ακόμα κι αν αυτές τον παγιδεύουν κάποτε σε αμφιθυμίες.

Γιατί να το δω:
-Για τη μη τυπική ανάγνωση του Πιραντέλο.
-Για τη συνολική αποτίμηση της σκηνοθεσίας.
-Για τον ενδυματολογικό σχεδιασμό.
-Για τις γκοτέσκες ερμηνείες.

Γιατί να μη το δω:
-Για τον αργό ρυθμό.
-Για τους διαρκείς αφηγηματικούς κύκλους.

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main__mg_1486 Είδα: τον «Ασχημο» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λάλου Συστάσεις για ένα ελάχιστα παιγμένο στην Ελλάδα κείμενο μέσα από μια απολαυστική και καλοστημένη προσπάθεια. Main_photo_1 Είδα: τον «Βαφτιστικό» σε σκηνοθεσία και διεύθυνση Γιώργου Πέτρου Μια σύγχρονη και απολύτως θεατρική σκηνοθεσία της γνωστής οπερέτας. Main_3bd04f9e-cb8c-444f-8089-8ba1172cc991 Είδα: τον «Ανθρωπο με το λουλούδι στο στόμα» σε συ-σκηνοθεσία Τ. Ιορδανίδη και Α. Λεμπεσόπουλου Μια παράσταση-ανεμοστρόβιλος, στην οποία παρασύρεται ο θεατής για να μείνει, εν τέλει, ενεός από τη δύναμη της υποκριτικής δεινότητας του Α. Λεμπεσόπουλου. Main_image0153 Είδα: τα «Πουλιά στον αέρα» σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη Εντιμη, σε γενικές γραμμές, προσπάθεια πάνω σε μια ξεθωριασμένη, από το χρόνο, κωμωδία. Main_%ce%a7%ce%b1%ce%bd%cf%82_%ce%9a%cf%8c%ce%bb%cf%87%ce%b1%ce%b1%cf%82_3 Είδα: το «Χανς Κόλχαας» σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ Πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετική προσέγγιση που καταφέρνει να παρουσιάσει το οδοιπορικό του ομώνυμου ήρωα. Main_original_slider Είδα: τη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου Μουσικό θέατρο αξιώσεων που ενδείκνυται για μικρούς και μεγάλους.
#load_content_with_ajax