ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 20 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2019
Θέατρο | Είδα...

Είδα: τον «Βαφτιστικό» σε σκηνοθεσία και διεύθυνση Γιώργου Πέτρου 11 Ιανουαρίου 2019

Μια σύγχρονη και απολύτως θεατρική σκηνοθεσία της γνωστής οπερέτας.

Στο Μέγαρο Μουσικής, σε ένα επετειακό ανέβασμα από τα 100 χρόνια συγγραφής της, παρουσιάζεται η γνωστή οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, «Ο Βαφτιστικός», σε σκηνοθεσία Γιώργου Πέτρου. Ο γνωστός μαέστρος και διευθυντής της «Καμεράτας» πέτυχε μια σύγχρονη και απολύτως θεατρική σκηνοθεσία της γνωστής οπερέτας, παραδίδοντας έτσι στο αθηναϊκό κοινό μια απολαυστική παράσταση υπό τους μαγευτικούς ήχους της «Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής».

Η οπερέτα του Θ. Σακελλαρίδη είναι γραμμένη το 1918, με λιμπρέτο του ίδιου του συνθέτη σε προσαρμογή κωμωδίας του Αλφρέδου Εννεκέν. Ο Γ. Πέτρου, ήδη από την αρχή, έκανε σαφή την πρόθεσή του να παραδώσει μια παράσταση με συγκεκριμένη σκηνοθετική άποψη, ενώ παράλληλα θέλησε (και το πέτυχε!) να γεμίσει νοσταλγία τους θεατές της κατάμεστης αίθουσας «Τριάντη». Με το άνοιγμα της αυλαίας, αποκαλύπτονται έπιπλα καλυμμένα με υφάσματα και ένας πολυέλαιος στο πάτωμα. Τρία παιδάκια εμφανίζονται στη σκηνή και βρίσκουν στο πάτωμα μια παλιά και σκονισμένη κορνίζα. Ενώ την κοιτάζουν, σηκώνονται τα σκεπάσματα από τα έπιπλα και ανεβαίνει ο πολυέλαιος στην οροφή, αλλάζει ο φωτισμός και επιστρέφουμε στο…τότε, στον «Καιρό εκείνο τον παλιό». Αμέσως, η σκηνή πλημμυρίζει μαγευτική μουσική, από την Αθήνα των αρχών του περασμένου αιώνα. Πρόθεση του σκηνοθέτη είναι ένα ταξίδι στο χρόνο, όχι όμως χωρίς σχολιασμό και σύγχρονα στοιχεία του σήμερα. Χαρακτηριστικά, τα εξαιρετικής αισθητικής κοστούμια, αλλά και τα art deco λιτά και λειτουργικά σκηνικά (σκηνικά-κοστούμια: Γιωργίνα Γερμανού). Πολύ ενδιαφέρουσα επίσης η σκηνοθετική ματιά του Γ. Πέτρου στο «Τον καιρό εκείνο τον παλιό», όπου οι δύο παλιές συμμαθήτριες αναπολούν τα χρόνια τους στο παρθεναγωγείο, ενώ κινούνται σαν κούκλες-μαριονέτες, σχολιάζοντας σαφώς τοn ρόλο της γυναίκας την εποχή εκείνη. Στο σημείο αυτό, να σημειωθεί η καλοδουλεμένη κινησιολογία της παράστασης (Μιμή Αντωνάκη), η οποία στην έναρξη της δεύτερης πράξης, βρίσκει τους παρευρισκόμενους στο σπίτι του Ζαχαρούλη, σε, μάλλον, έκλυτη κατάσταση ερωτικού παροξυσμού. Εξαιρετικής αισθητικής επίσης, η σκηνή με «Το τραγούδι της τσιγγάνας», λυρική και γεμάτη ρομαντισμό μιας άλλης εποχής.

Στην, κατά Γ. Πέτρου, σκηνοθετική εκδοχή της οπερέτας σημαντικό ρόλο είχε επίσης η κωμωδία. Χωρίς ακαλαίσθητα υπονοούμενα, αποδίδεται η ασύδοτη ερωτική ζωή των Ελλήνων στις αρχές του 20ού αιώνα, ενώ παράλληλα σχολιάζεται το βόλεμα και η φυγόπονη στάση των Αθηναίων, προκειμένου να αποφύγουν το μέτωπο του πολέμου. Άλλωστε, η οπερέτα διαδραματίζεται μεσούντος των Βαλκανικών πολέμων και στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου. Στο κομμάτι της κωμωδίας σημαντική ήταν η συμβολή του υπέροχου και πολύ εκφραστικού «Ζαχαρούλη» (Δημήτρης Ναλμπάντης), ο οποίος με ανυπέρβλητη φυσικότητα και χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές παίζει τον μπερμπάντη σύζυγο, που κατέληξε δαρμένο σκυλί. Εξαιρετικός επίσης ο «Συνταγματάρχης» (Μάριος Σαραντίδης) που γοητεύει το κοινό, σαν ερωτύλος στρατιωτικός. Γεμάτη μπρίο και αισθησιασμό η γοητευτική «Βιβίκα» της Ελένης Σταμίδου, η οποία συνυπήρξε σε ένα ρομαντικό ζευγάρι με τον «Χαρμίδη» (Γιάννης Χριστόπουλος). Η παρουσία της απολαυστικής «Κικής» (Άννα Κουτσαφτική) απογείωσε τα κωμικά μέρη, ιδιαίτερα όταν συνυπήρχε σκηνικά με τον «Συνταγματάρχη», αλλά και με τον «Κορτάση» (Αργύρης Πανταζάρας), ο οποίος, δεν θα ήταν υπερβολή, αν έλεγα ότι κέρδισε το κοινό, που του παραδόθηκε αμαχητί, αμά τη εμφανίσει. Ο «Κορτάσης» του Α. Πανταζάρα είναι απολαυστικός, αναδεικνύοντας το ταλέντο του ηθοποιού και στο δύσκολο είδος της κωμωδίας.

Το τέλος βρίσκει όλον τον θίασο επί σκηνής, σε μια αναμνηστική πόζα, πλαισιωμένο από μια κορνίζα. Πρόκειται για την ίδια κορνίζα που βρήκαν τα τρία παιδάκια του σήμερα πεταμένη στο εγκαταλελειμμένο πια σπίτι. Η επετειακή παράσταση της οπερέτας του Θ. Σακελλαρίδη ξαναθύμισε στο κοινό μουσικές που συνεχίζουν να ακούγονται, αποδεικνύοντας την επιτυχία, αλλά και τη διαχρονικότητα του «Βαφτιστικού». Η σύγχρονη ματιά του Γ. Πέτρου, ο οποίος ωστόσο σεβάστηκε το πνεύμα της εποχής, συνέδεσε άμεσα το σημερινό κοινό με τον προηγούμενο αιώνα, ενώ παράλληλα μας έκανε να ξεχάσουμε, έστω και για λίγο, το δυσοίωνο μέλλον με το λαμπερό και γελαστό παρελθόν. Ταυτόχρονα, σαν μάθημα ζωής, μας έδειξε ότι ίσως θα ήταν σκόπιμο, ακολουθώντας τα χνάρια των προγόνων μας, να υιοθετήσουμε κάτι από τη δική τους στάση ζωής.

Γιατί να τη δω:
-Για να πραγματοποιήσω ένα μικρό ταξίδι στο χρόνο και στην Αθήνα του 1900
-Για να ακούσω υπέροχη μουσική από την καταπληκτική «Καμεράτα»
-Για τον καταπληκτικό Αργύρη Πανταζάρα
-Για τους επίσης απολαυστικούς Δημήτρη Ναλμπάντη, Μάριο Σαραντίδη και Άννα Κουτσαφτίκη

Τόνια Τσαμούρη

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_ilektra_orestis_ivo_van_hove2_jan_versweyveld Είδα: την παράσταση «Ηλέκτρα/Ορέστης» σε σκηνοθεσία Ίβο Βαν Χόβε Ωμός, άκρατα ρεαλιστικός, ευριπίδειος λόγος σε μία παράσταση που μας έκοψε την ανάσα. Main_unnamed Είδα: την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού Μια παράσταση που ο λόγος της ακούγεται στο ακέραιο, ενώ πετυχαίνει παράλληλα να επικοινωνήσει πλήρη τα νοήματα του Ευριπίδειου κειμένου. Main_dikomascinema9_7182 Είδα: το «Δικό μας Σινεμά» σε σκηνοθεσία Θ. Παπαθανασίου - Μ. Ρέππα - Φ. Ευαγγελινού Μία χορταστική αναδρομή στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο ή αλλιώς στο «Δικό μας Σινεμά». Main_2.dominique-sebastien.credit.michelelaurent Είδα: το «Kanata» σε σκηνοθεσία του Ρομπέρ Λεπάζ Η παράσταση του Robert Lepage αποτελεί ιδιαίτερη εμπειρία για τον θεατή της φωτίζοντας τον εικαστικό και σημειολογικό κόσμο του θεάτρου και του κινηματογράφου μέσα από τη ζοφερή ανθρώπινη πραγματικότητα. Main_press_photo_mpost_small_18437_ Είδα: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» την εποχή των social media Η παράσταση αυτή όμως, με τα θετικά και τα αρνητικά της σημεία, με έκανε να αναρωτηθώ για ποιο λόγο δεν επιλέγονται πλέον οι επιθεωρήσεις. Ίσως ήρθε η ώρα το τόσο δύσκολο και απαιτητικό αυτό θεατρικό είδος να κάνει και πάλι την εμφάνισή του. Main_original_703_(4) Είδα: τις «Αυτόχειρες Παρθένους» σε σκηνοθεσία Susanne Kennedy Αν κάποιος δε γνώριζε ήδη την ιστορία, θα πρέπει να δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να καταλάβει τι συνέβαινε επί σκηνής. Αλλά η σκηνοθεσία δε λειτούργησε ούτε σε επίπεδο σκηνικής performance, καθώς απομονώθηκε στα σκηνικά δρώμενα και στην, ομολογουμένως θεαματική, χρήση της multimedia τεχνολογίας.
#load_content_with_ajax