ΠΕΜΠΤΗ 12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2019
Θέατρο | Είδα...

Είδα: το «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» σε σκηνοθεσία Νίκου Καμτσή 04 Φεβρουαρίου 2019

Συνολικά, μια παράσταση η οποία είναι διασκεδαστική και αστεία, με γρήγορο ρυθμό και εξαιρετικούς συνολικά ηθοποιούς

«Το Γκροτέσκο απασχόλησε, κυρίως, […] η αντίθεση, ανάμεσα στην κοινωνική συμπεριφορά και την προσωπική αλήθεια, ανάμεσα στην υποκρισία της κοινωνικής μπουρζουαζίας που κρύβεται πίσω από τα πρωτόγονα πάθη που κάποιες φορές ξεσκίζουν το πρόσωπο της…»*

Ο Λουίτζι Πιραντέλλο, βασικός εκπρόσωπος του Γκροτέσκο, μίλησε, μεταξύ άλλων, για το «είναι» και το «φαίνεσθαι» του καθένα μας. Η παράσταση, που σκηνοθέτησε ο Νίκος Καμτσής, δεν κατάφερε απλώς να αποδώσει πλήρως το νόημα του έργου και το πνεύμα του συγγραφέα, αλλά επιπλέον πέτυχε να το μεταφέρει απολύτως στο σήμερα, αποδεικνύοντας -με μια προσέγγιση  που μοσχοβολούσε κωμωδία - ότι ο Πιραντέλλο είναι, στις μέρες μας, περισσότερο διαχρονικός από ποτέ.
Το κοινό μπαίνει στην αίθουσα και βλέπει 6 ηθοποιούς καθισμένους σε καρότσια σούπερ-μάρκετ να κρέμονται από το ταβάνι… Ήδη, η πρώτη αυτή εικόνα, είναι, αν μη τι άλλο, πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα. Στο μπροστινό μέρος της σκηνής, καθισμένος αναπαυτικά, σε μια πολυθρόνα βρίσκεται ο Λαμπέρτο Λαουντίζι. Αυτό το δίπολο θα αποτελέσει τον βασικό σκηνοθετικό πυρήνα: από τη μια, άνθρωποι-μαριονέτες κρεμασμένοι σαν σφαχτά, που όμως νομίζουν ότι αυτοί αγοράζουν στο καλάθι τους και από την άλλη, ο Λαουντίζι, αποστασιοποιημένος από τους υπόλοιπους, πολεμάει να διατηρήσει ακέραια την προσωπική του γνώμη, ακόμα και αν έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τους υπόλοιπους. Ενδεικτικό ότι προς το τέλος της παράστασης, ο Λαουντίζι αφήνει τη σκηνή, καταλύει τη θεατρική ψευδαίσθηση και βρίσκεται μεταξύ των θεατών, από όπου και απευθύνεται στους υπόλοιπους που είναι πάνω στη σκηνή. Διαχωρίζοντας σαφώς «εμάς» (στο χώρο των θεατών) από τους «άλλους» (στο χώρο της σκηνής) και θυμίζοντάς μας ότι και ο κόσμος, ένα θέατρο είναι.

Το έργο περιστρέφεται γύρω από την άφιξη ενός ζευγαριού και της πεθεράς στην πόλη. Οι πιο εξέχοντες κάτοικοί της  αρχίζουν να ασχολούνται με τους νεοφερμένους και τον τρόπο ζωής τους. Θα μπερδευτούν, όμως, όταν η πεθερά και ο γαμπρός θα τους παρέχουν αντικρουόμενες πληροφορίες. Πού λοιπόν βρίσκεται η αλήθεια και πού το ψέμα; Αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει όντως αλήθεια και ψέμα. Ή μήπως πρόκειται για υποκειμενικές, και όχι αντικειμενικές, έννοιες; Ο σκηνοθέτης κατέστησε σαφές ότι η σημερινή εποχή, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (facebook, Instagram…), αποτελεί την επιτομή της γραφής του Πιραντέλλο, αφού ο καθένας επιλέγει την εικόνα του εαυτού του που επιθυμεί να δείξει. Είναι όμως αυτός ο αληθινός του εαυτός; Και πώς ορίζεται αυτό; Ταυτόχρονα, η άλλη όψη αυτών των μέσων δικτύωσης είναι η ηδονοβλεψία, αφού όλοι λαθροκοιτάζουν και κρίνουν τη ζωή των «φίλων» τους. Όπως λέει μέσα στο έργο η κα Φρόλα, «επιτέλους κύριοι, άμα μας αρέσει να ζούμε έτσι όπως ζούμε, εσάς τι σας νοιάζει;».

Ο Ν. Καμτσής πάτησε στέρεα στη γκροτέσκα αισθητική του Ιταλού συγγραφέα, παρουσιάζοντας τους ήρωές του σαν φιγούρες που έλκουν εμφανισιακά, αλλά και υποκριτικά από τον θεατρικό τους πρόγονο, την commedia dell’arte. Διατήρησε επίσης την έντονη και αδιάκοπη κίνηση των ηθοποιών, καθώς και τα πολύ μακιγιαρισμένα πρόσωπα, αντί μάσκας, παραπέμποντας σε μαριονέτες και σηματοδοτώντας το παιχνίδι του «ποιος είμαι» και «ποιος νομίζουν οι άλλοι ότι είμαι». Οι ρόλοι των Αστυνόμου Τσεντούρι-Αντώνης Καφετζόπουλος και Νομάρχη-Πάνος Σκουρολιάκος δόθηκαν μέσω βιντεοπροβολής, όπως και ο ρόλος της κας Πόντζα. Στην περίπτωση της κας Πόντζα, παρακολουθούμε τις μορφές πολλών και διαφορετικών γυναικών, θίγοντας έτσι ο σκηνοθέτης το θέμα της κοινωνικής θέσης της σύγχρονης γυναίκας στη Δύση, και όχι μόνον. Αν και πολύ ενδιαφέρουσα η οπτική αυτή, θεωρώ ότι αποδυναμώθηκε, καθώς προστέθηκε σε μια ήδη πολύ φορτωμένη σημειολογικά παράσταση.
Υποκριτικά, η παράσταση στελεχώνεται από ηθοποιούς που καταφέρνουν να υποδυθούν την κοινή γνώμη, που με γνήσια αφέλεια, αυθορμητισμό, αλλά και α-νοησία παρασύρεται μια από τον έναν και μια από την άλλη. Εξαιρετικοί στο σύνολό τους όλοι, πολύ κωμικοί, κατάφεραν να κερδίσουν το κοινό. Ξεχώρισα την γνήσια κωμική Αμαλία Αγκάτσι της Λαμπρινής Θάνου, όπως επίσης τις Ντίνα (Άντα Κουγιά) και Κα Τσίνι (Βίκη Αθανασίου). Στους άλλους ρόλους, οι, Ασημένια Παπαδοπούλου, Δημήτρης Νικόπουλος, Πασχάλης Μερμιγκάκης. Ο Γιάννης Λασπιάς στο ρόλο του Λαουντίζι ήταν κάποιες φορές, υπέρ το δέον, διδακτικός. Κάπως υπερβολικός ήταν και ο κος Πόντζα του Νίκου Καραστεργίου, αποδίδοντας ωστόσο με πειστικότητα το χαρακτήρα του απολυταρχικού ηγέτη. Πολύ καλή, τέλος, η κα Φρόλλα της Μάνιας Παπαδημητρίου, η οποία ήταν μαγευτική τόσο στον ρόλο της, όσο και όταν έπαιζε πιάνο, ξεχνώντας κάποια υπερβολή στο παίξιμό της.
Εξαιρετικής έμπνευσης τα σκηνικά, αλλά και τα καλοραμμένα, πολύχρωμα και τόσο διαφορετικά κοστούμια (Μίκα Πανάγου), με σαφείς αναφορές στην commedia dell’ arte, δένοντας σε ένα πολύχρωμο μπουκέτο. Λειτουργικοί επίσης οι φωτισμοί (Νίκος Καμτσής). Τέλος, αν και ενδιαφέρουσα η θεατρική διασκευή του σκηνοθέτη πάνω στο πρωτότυπο κείμενο, ωστόσο νομίζω ότι σε κάποια σημεία παραποιήθηκε το νόημα του Πιραντέλλο, ενώ κούρασε και τον θεατή. Ενδεικτικό, η προσπάθεια απόδειξης της σχέσης που διέπει το κείμενο του Πιραντέλλο με τη Θεωρία της Σχετικότητας του Άλμπερτ Αϊνστάιν.
Συνολικά, μια παράσταση η οποία είναι διασκεδαστική και αστεία, με γρήγορο ρυθμό και εξαιρετικούς συνολικά ηθοποιούς. Το γεγονός ότι φεύγοντας από το θέατρο συνειδητοποιείς πόσο σημερινό, αληθινό και τρομακτικό είναι αυτό που παρακολούθησες, θεωρώ ότι είναι επιτυχία τόσο του Πιραντέλλο, όσο και της σκηνοθεσίας του Νίκου Καμτσή.

Γιατί να το δω
-Για τους ηθοποιούς
-Για τα κοστούμια και τα σκηνικά
-Για το έργο
-Για τη σκηνοθεσία συνολικά

Γιατί να μην το δω
-Γιατί η δραματουργική σύνθεση επεμβαίνει σε πολύ δραστικό σημείο, αλλοιώνοντας κατά τόπους το πιραντελλικό κείμενο

*Hartnoll, Phyllis. The Oxford Companion to the Theatre. Oxford: Oxford Univ. Press, 1988.

Τόνια Τσαμούρη

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_ilektra_orestis_ivo_van_hove2_jan_versweyveld Είδα: την παράσταση «Ηλέκτρα/Ορέστης» σε σκηνοθεσία Ίβο Βαν Χόβε Ωμός, άκρατα ρεαλιστικός, ευριπίδειος λόγος σε μία παράσταση που μας έκοψε την ανάσα. Main_unnamed Είδα: την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού Μια παράσταση που ο λόγος της ακούγεται στο ακέραιο, ενώ πετυχαίνει παράλληλα να επικοινωνήσει πλήρη τα νοήματα του Ευριπίδειου κειμένου. Main_dikomascinema9_7182 Είδα: το «Δικό μας Σινεμά» σε σκηνοθεσία Θ. Παπαθανασίου - Μ. Ρέππα - Φ. Ευαγγελινού Μία χορταστική αναδρομή στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο ή αλλιώς στο «Δικό μας Σινεμά». Main_2.dominique-sebastien.credit.michelelaurent Είδα: το «Kanata» σε σκηνοθεσία του Ρομπέρ Λεπάζ Η παράσταση του Robert Lepage αποτελεί ιδιαίτερη εμπειρία για τον θεατή της φωτίζοντας τον εικαστικό και σημειολογικό κόσμο του θεάτρου και του κινηματογράφου μέσα από τη ζοφερή ανθρώπινη πραγματικότητα. Main_press_photo_mpost_small_18437_ Είδα: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» την εποχή των social media Η παράσταση αυτή όμως, με τα θετικά και τα αρνητικά της σημεία, με έκανε να αναρωτηθώ για ποιο λόγο δεν επιλέγονται πλέον οι επιθεωρήσεις. Ίσως ήρθε η ώρα το τόσο δύσκολο και απαιτητικό αυτό θεατρικό είδος να κάνει και πάλι την εμφάνισή του. Main_original_703_(4) Είδα: τις «Αυτόχειρες Παρθένους» σε σκηνοθεσία Susanne Kennedy Αν κάποιος δε γνώριζε ήδη την ιστορία, θα πρέπει να δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να καταλάβει τι συνέβαινε επί σκηνής. Αλλά η σκηνοθεσία δε λειτούργησε ούτε σε επίπεδο σκηνικής performance, καθώς απομονώθηκε στα σκηνικά δρώμενα και στην, ομολογουμένως θεαματική, χρήση της multimedia τεχνολογίας.
#load_content_with_ajax