Θέατρο | Είδα...

Είδα: τους «Ανθρώπους και ποντίκια» σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη 06 Φεβρουαρίου 2019

Ελεύθερη διασκευή του αριστουργήματος του Τζον Στάινμπεκ που αναδεικνύεται σε μια από τις παραστάσεις της χρονιάς.

Κάθε αναγνώστης των έργων του Τζον Στάινμπεκ (έστω κι ένα να έχει διαβάσει αρκεί για να το επιβεβαιώσει) φέρει μια κοινή επίγευση κλείνοντας τη σελίδα του οπισθόφυλλου: Μια γερή, επώδυνη γροθιά στο στομάχι. Το γεγονός, βεβαίως, ότι μια θεατρική μεταφορά μπορεί να αποδώσει ακριβώς την ίδια αίσθηση είναι ένα σοβαρό επίτευγμα.

Φτάνοντας στο «Cartel» στα βάθη του Ελαιώνα  - όπου ακούγεται μόνο ο ήχος από τις μηχανές των νταλικών και οι δρόμοι είναι γεμάτοι λακούβες, λάσπες και αδέσποτα που κρύβονται κάτω από τα λάστιχα των φορτηγών – μπαίνεις ακαριαία σ' ένα φυσικό σκηνικό, σαν έναν καινούργιο «Δρόμο με τις Φάμπρικες». Πόσο μάλλον όταν ο Στάινμπεκ – έξω από το «Ανθρωποι και ποντίκια» που μας φέρνει έως εδώ -  είναι ο συγγραφέας που κατέγραψε με επιμονή τον κόσμο των εργατών, των περιπλανώμενων, των μπάσταρδων, των περιθωριακών και των μοναχικών που αναζητούν αγωνιωδώς μια διέξοδο προς την επιβίωση.

Κατά συνέπεια, η διασκευή που επιχειρεί η Σοφία Αδαμίδου πάνω στο κλασικό μυθιστόρημα (που έχει μεταφερθεί σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία και στο θέατρο) είναι δόκιμη. Η πλοκή του έργου δεν τοποθετείται στο αμερικανικό Κραχ, στα χρόνια του μεσοπολέμου με ήρωες τους δυο πλάνητες, τον Τζορτζ και το Λένι· αντιθέτως, οι ήρωες είναι πρόσωπα σημερινά, με ονόματα κοινά κι αναγνωρίσιμα, που ψάχνουν το μεροκάματο στη βιομηχανική πλευρά της Αθήνας. Η εναρκτήρια σκηνή της παράστασης διαδραματίζεται με φόντο το μισο-εγκαταλελειμένο στενό της Μικέλης στο Αιγάλεω (μια ανάσα δε από το hot spot του Ελαιώνα) όπου ναι, αναμφίβολα οι άνθρωποι και τα ποντίκια συγκατοικούν. Από εκεί  ο Βασίλης και ο Λένος καρφώνουν το βλέμμα στ' αστέρια κι ονειροπολούν όσο η ζωή τους το επιτρέπει. Από την επόμενη μέρα μπαίνουν εσώκλειστοι σ' ένα εργοστάσιο ανακύκλωσης με στόχο να μαζέψουν ένα κομπόδεμα και ν' αγοράσουν ένα «χωραφάκι». Στην πορεία το χωράφι αυτό θα πάρει διαστάσεις ενός τόπου μεγάλης προσδοκίας (και τελικά μεγάλης ματαίωσης) ανάλογες με την τσεχωφική Μόσχα.

Προηγουμένως, το εξωτερικό φυσικό σκηνικό συνδιαλλέγεται με το μέσα: Ενα συνεργείο χωρισμένο σε δωματιάκια και δύο επίπεδα (από αυτά που όμοια υπάρχουν σπαρμένα σ' όλη την ακτίνα του Βοτανικού) που έχει στηθεί χάρη στην έξοχη σκηνογραφία της Αλεξίας Θεοδωράκη αναβαθμίζουν τη σχέση του θεάτρου με το ρεαλιστικό στοιχείο. Καλαντζής, Νταλάρας και Καζαντζίδης στο ραδιόφωνο, Παντελίδης σε μια αφίσα στην πλάτη του σκηνικού, Τατιάνα στην ανοιχτή τηλεόραση. Ολα για να υπογραμμίσουν το στόχο της διασκευής με τα οικεία ονόματα: Ο Βασίλης και ο Λένος, ο Μάνος και ο Στέλιος ζουν απλώς λίγο πιο έξω από τον εαυτό τους (ως ηθοποιοί) και τον εαυτό μας (ως θεατές).

Η γλώσσα που μιλούν είναι ωμή, χυδαία, βρώμικη – τόσο βρώμικη όσο και αυτή στις ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη. Θα μπορούσε να είναι και ενοχλητική αλλά  δεν είναι καθώς απηχεί μιαν άμυνα απέναντι στην βρωμιά της ζωής· και στο τέλος είναι το ιδανικό διατύπωμα ανθρώπων δυστυχισμένων, απελπισμένων, «έρημων» όπως αναφέρεται στον επίλογο του κειμένου.
Η πιστή αποτύπωση της πραγματικότητας δημιουργεί ένα τέτοιο οπτικό, συναισθηματικό και, γιατί όχι, ιδεολογικό περιβάλλον που προωθεί την  παράσταση από τη θεατρική συνθήκη στη θεατρική εμπειρία. Η σκηνοθεσία του Βασίλη Μπισμπίκη – που διακινδυνεύει να σκηνοθετεί και να κρατά και πρωταγωνιστικό ρόλο - υψώνεται σε ένα διαμάντι ωμού ρεαλισμού που λάμπει στις λάσπες της βιομηχανικής Αγίας Αννης. Με απλά, καλοδουλεμένα μέσα κι έναν θαυμαστό χειρισμό ισορροπιών καταφέρνει να απεικονίσει έναν ακραίο κόσμο που ωστόσο ζει δίπλα μας, στις παρυφές της πόλης. Και να εκμαιεύσει μια πλούσια παλέτα συναισθήματων που θα νόμιζε κανείς πως δεν μπορούν να γεννήσουν μερικοί νεο-άθλιοι.

Στο ίδιο μοτίβο του νατουραλισμού, κεφαλαιώδης ωστόσο για το αποτέλεσμα, η υποκριτική γραμμή που τηρείται: Εντονο, σκληρό και αληθινό παίξιμο που σε συνδυασμό με το τραχύ λεξιλόγιο της παράστασης κόβει την ανάσα. Κι άλλοτε θλίβει, συγκινεί, σαρκάζει και σοκάρει. Χωρίς εξαιρέσεις όλη η ομάδα είναι υπέροχη. Ενδεχομένως να εξέχουν περισσότερο για τις ερμηνείες τους ο Δημήτρης Δρόσος – απόλυτα πειστικός κι εκτός στερεοτυπικών απεικονίσεων ως διανοητικά καθυστερημένος Λένι – ο ίδιος ο Βασίλης Μπισμπίκης, ο Γιώργος Σιδέρης - και μόνο για τη βαθιά συγκινητική εξομολόγηση του «Γέρου» - ο Μάνος Καζαμίας για τη διαρκή σκηνική υπερένταση και ο Γιαζμάν Ερντάλ για τον τρόπο που αποδίδει το βάσανο και τη μοναξιά του μετανάστη.
Ο δρόμος μέχρι το «Cartel» αξίζει αφού μιλάμε για μια από τις παραστάσεις της χρονιάς.

Γιατί να το δω:
Για τις δυναμικές ερμηνείες που κρατούν αμείωτη την προσοχή του θεατή.
2. Για την σκηνογραφία ακριβείας.
3. Για την ωραία διασκευή.
4. Για την καλοδουλεμένη σκηνοθεσία.

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_ilektra_orestis_ivo_van_hove2_jan_versweyveld Είδα: την παράσταση «Ηλέκτρα/Ορέστης» σε σκηνοθεσία Ίβο Βαν Χόβε Ωμός, άκρατα ρεαλιστικός, ευριπίδειος λόγος σε μία παράσταση που μας έκοψε την ανάσα. Main_unnamed Είδα: την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού Μια παράσταση που ο λόγος της ακούγεται στο ακέραιο, ενώ πετυχαίνει παράλληλα να επικοινωνήσει πλήρη τα νοήματα του Ευριπίδειου κειμένου. Main_dikomascinema9_7182 Είδα: το «Δικό μας Σινεμά» σε σκηνοθεσία Θ. Παπαθανασίου - Μ. Ρέππα - Φ. Ευαγγελινού Μία χορταστική αναδρομή στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο ή αλλιώς στο «Δικό μας Σινεμά». Main_2.dominique-sebastien.credit.michelelaurent Είδα: το «Kanata» σε σκηνοθεσία του Ρομπέρ Λεπάζ Η παράσταση του Robert Lepage αποτελεί ιδιαίτερη εμπειρία για τον θεατή της φωτίζοντας τον εικαστικό και σημειολογικό κόσμο του θεάτρου και του κινηματογράφου μέσα από τη ζοφερή ανθρώπινη πραγματικότητα. Main_press_photo_mpost_small_18437_ Είδα: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» την εποχή των social media Η παράσταση αυτή όμως, με τα θετικά και τα αρνητικά της σημεία, με έκανε να αναρωτηθώ για ποιο λόγο δεν επιλέγονται πλέον οι επιθεωρήσεις. Ίσως ήρθε η ώρα το τόσο δύσκολο και απαιτητικό αυτό θεατρικό είδος να κάνει και πάλι την εμφάνισή του. Main_original_703_(4) Είδα: τις «Αυτόχειρες Παρθένους» σε σκηνοθεσία Susanne Kennedy Αν κάποιος δε γνώριζε ήδη την ιστορία, θα πρέπει να δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να καταλάβει τι συνέβαινε επί σκηνής. Αλλά η σκηνοθεσία δε λειτούργησε ούτε σε επίπεδο σκηνικής performance, καθώς απομονώθηκε στα σκηνικά δρώμενα και στην, ομολογουμένως θεαματική, χρήση της multimedia τεχνολογίας.
#load_content_with_ajax