ΔΕΥΤΕΡΑ 23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2019
Θέατρο | Είδα...

Είδα: το «Γίδα ή ποια είναι η Σύλβια» σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη 15 Φεβρουαρίου 2019

Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Νικορέστης Χανιωτάκης με τον ρυθμό, την ατμόσφαιρα, τις ερμηνείες και τα σκηνικά της, επιβεβαιώνει την ευφυία του κειμένου.

Η «Γίδα ή ποια είναι η Σύλβια» είναι ένα εμβληματικό έργο του Έντουαρντ Άλμπι. Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Νικορέστης Χανιωτάκης με τον ρυθμό, την ατμόσφαιρα, τις ερμηνείες και τα σκηνικά της, επιβεβαιώνει την ευφυία του κειμένου, ενώ παραδίδει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, πρωτότυπο και σύγχρονο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.

Οι θεατές οδηγούνται στις θέσεις τους, οι οποίες είναι τοποθετημένες περιμετρικά ενός διάφανου κύβου, μέσα στον οποίο βρίσκεται ο Μάρτιν. Ήδη δημιουργείται ένα έντονο αίσθημα ασφυξίας, αλλά και αδιακρισίας, αφού το κοινό, κυριολεκτικά, μπλέκεται στα πόδια των ηθοποιών. Η παράσταση κυλάει γρήγορα και το κωμικό στοιχείο αναβλύζει μέσα από την παραδοξότητα της κατάστασης, αλλά και την έντονη ειρωνία. Ο Μάρτιν εξομολογείται στον καλύτερο του φίλο, Ρος, ότι είναι ερωτευμένος και έχει σεξουαλικό δεσμό με μια γίδα, την Σύλβια. Όταν ο Ρος πληροφορεί την γυναίκα του φίλου του, την Στήβι, για αυτή την «άπρεπη» σχέση του άντρα της, ανατρέπονται όλες οι ισορροπίες στην οικογένεια του Μάρτιν. Με φυσικότητα, κωμικότητα και χωρίς καμία σεμνοτυφία ο Ν. Χανιωτάκης ανέδειξε τα σημαντικά θέματα που θίγει ο Αμερικανός συγγραφέας με αυτό του έργο, αναφορικά με την οικογένεια, αλλά και την κοινωνία εν γένει. Τοποθετώντας μάλιστα το κοινό τόσο κοντά στη σκηνική δράση, ο σκηνοθέτης πέτυχε να εμπλέξει τους θεατές και συναισθηματικά, ξεβολεύοντάς τους από την άνετη θέση του αμέτοχου κριτή. Παράλληλα, η σκηνοθεσία κατάφερε να εκπλήξει, να προβληματίσει, αλλά όχι να σοκάρει, ακόμα και όταν παρουσίαζε επώδυνες αλήθειες (όπως το φιλί του Μπίλι στον πατέρα του). Αυτό το πέτυχε ο σκηνοθέτης ενσωματώνοντας πλήρως τον απόηχο αρχαίας τραγωδίας που προσέδωσε στο έργο του ο συγγραφέας και οδηγώντας τους θεατές να «συμπάσχουν» με τους ήρωες.

Η παράσταση κύλησε σε έναν απολύτως καταιγιστικό ρυθμό, διατηρώντας όμως έντονες συναισθηματικές ανάσες. Καταλυτικό ρόλο σε αυτό είχαν φυσικά και οι ηθοποιοί, οι οποίοι λειτούργησαν σε ένα καλοδεμένο σύνολο. Εξαιρετικός ήταν ο Νίκος Κουρής (Μάρτιν), ο οποίος έδωσε μια από τις καλύτερες ερμηνείες της φετινής χρονιάς. Άμεσος, κωμικός, συναισθηματικός, «αληθινός», αποδεικνύεται σαν το καλό κρασί, που γίνεται όλο και καλύτερο, όσο μεγαλώνει. Απολαυστική η Λουκία Μιχαλοπούλου (Στήβι), η οποία με κωμική αφέλεια αλλά και τρομερή ειρωνία πετυχαίνει να πει τις μεγαλύτερες αλήθειες και να διατυπώσει τα τραγικότερα συναισθήματα. Κατάφερε επίσης να τραβήξει το κοινό μαζί της, απευθυνόμενη συχνά-πυκνά προς αυτό, γεγονός που ενίσχυσε την αμεσότητά της. Πολύ καλός ο Γιάννης Δρακόπουλος (Ρος), αν και νομίζω ότι αυτοεγκλωβίζεται κινησιολογικά και οδηγείται προς μια υποκριτική μανιέρα. Συνεχίζει ωστόσο να είναι απολαυστικός. Πολύ καλός ο Μιχαήλ Ταμπακάκης (Μπιλ), αν και ασταθής υποκριτικά σε κάποια σημεία. Απέδωσε όμως με μοναδική παιδική αθωότητα και ειλικρίνεια τη σκηνή ανάμεσα σε αυτόν και τον πατέρα του, κάνοντας σαφή τον τραγικό ρόλο αυτού του νέου έφηβου που καταστρέφεται από τις επιλογές των γονιών του, οι οποίοι κωφεύουν στις δικές του ανάγκες.

Μοναδικά εμπνευσμένο και ευφυές το σκηνικό, τόσο στη σύλληψη, όσο και στην εκτέλεσή του (σκηνικά-κοστούμια: Αρετή Μουστάκα). Φέροντας απόηχους από ζωολογικό κήπο, στον οποίο βρίσκονται φυλακισμένα τα ζώα και κλείνοντας το μάτι στο θεατή, καθώς παραπέμπει στο πρώτο ακόμα θεατρικό έργου του Έ. Άλμπι («Η ιστορία του ζωολογικού κήπου»), το σκηνικό κατείχε δραματουργικό ρόλο από μόνο του. Επίσης, το γεγονός ότι ήταν τόσο μικρός και περιορισμένος ο χώρος έδειξε καθαρά τα στενά κοινωνικά πλαίσια στα οποία αναγκαζόμαστε να ζούμε. Μοναδικό μείον της παράστασης ότι κάποιες φορές, δεν ακούγονταν καθαρά όλα όσα έλεγαν οι ηθοποιοί. Στα θετικά της παράστασης θα πρέπει τέλος να προστεθεί η μετάφραση του Νικορέστη Χανιωτάκη, η οποία απέδωσε με σύγχρονο και καθημερινό λόγο τη γραφή του Αμερικανού συγγραφέα.

Μια παράσταση που καταφέρνει να κερδίσει τον θεατή από το πρώτο της δευτερόλεπτο και να τον κρατήσει κοντά της μέχρι και μετά την υπόκλιση των ηθοποιών.

Τόνια Τσαμούρη

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_ilektra_orestis_ivo_van_hove2_jan_versweyveld Είδα: την παράσταση «Ηλέκτρα/Ορέστης» σε σκηνοθεσία Ίβο Βαν Χόβε Ωμός, άκρατα ρεαλιστικός, ευριπίδειος λόγος σε μία παράσταση που μας έκοψε την ανάσα. Main_unnamed Είδα: την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού Μια παράσταση που ο λόγος της ακούγεται στο ακέραιο, ενώ πετυχαίνει παράλληλα να επικοινωνήσει πλήρη τα νοήματα του Ευριπίδειου κειμένου. Main_dikomascinema9_7182 Είδα: το «Δικό μας Σινεμά» σε σκηνοθεσία Θ. Παπαθανασίου - Μ. Ρέππα - Φ. Ευαγγελινού Μία χορταστική αναδρομή στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο ή αλλιώς στο «Δικό μας Σινεμά». Main_2.dominique-sebastien.credit.michelelaurent Είδα: το «Kanata» σε σκηνοθεσία του Ρομπέρ Λεπάζ Η παράσταση του Robert Lepage αποτελεί ιδιαίτερη εμπειρία για τον θεατή της φωτίζοντας τον εικαστικό και σημειολογικό κόσμο του θεάτρου και του κινηματογράφου μέσα από τη ζοφερή ανθρώπινη πραγματικότητα. Main_press_photo_mpost_small_18437_ Είδα: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» την εποχή των social media Η παράσταση αυτή όμως, με τα θετικά και τα αρνητικά της σημεία, με έκανε να αναρωτηθώ για ποιο λόγο δεν επιλέγονται πλέον οι επιθεωρήσεις. Ίσως ήρθε η ώρα το τόσο δύσκολο και απαιτητικό αυτό θεατρικό είδος να κάνει και πάλι την εμφάνισή του. Main_original_703_(4) Είδα: τις «Αυτόχειρες Παρθένους» σε σκηνοθεσία Susanne Kennedy Αν κάποιος δε γνώριζε ήδη την ιστορία, θα πρέπει να δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να καταλάβει τι συνέβαινε επί σκηνής. Αλλά η σκηνοθεσία δε λειτούργησε ούτε σε επίπεδο σκηνικής performance, καθώς απομονώθηκε στα σκηνικά δρώμενα και στην, ομολογουμένως θεαματική, χρήση της multimedia τεχνολογίας.
#load_content_with_ajax