ΠΕΜΠΤΗ 17 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2019
Θέατρο | Είδα...

Είδα: την «Απλή Μετάβαση» σε σκηνοθεσία Μίνωα Θεοχάρη 20 Φεβρουαρίου 2019

Με φόντο την τρέχουσα κοινωνική πραγματικότητα βλέπουμε ανάγλυφα τους φόβους, τις αντιφάσεις και τις δύσκολες ισορροπίες των σύγχρονων νέων.

Μιούζικαλ είπατε; Ωχ. Δεν ξέρω αν είναι παράλογες οι απαιτήσεις μου, αλλά έχω την εντύπωση ότι στην Ελλάδα το είδος (μιούζικαλ) έχει συνδεθεί με μια χαζοχαρουμενιά και μια ευκολία στο ανέβασμα που σίγουρα αδικεί τον όρο. Δεν είναι της παρούσης να πούμε τους λόγους, όμως είναι γεγονός ότι το «συνδετικό υλικό» που δίνει ροή, ρυθμό, συνοχή και τελικά μαγεία σε ένα μιούζικαλ μάλλον είναι κάτι πέρα από το σύνολο των επιμέρους συστατικών του (τραγούδι, χορός, ερμηνείες κλπ).

Η μόνη σύγκριση που προχείρως μου έρχεται στο νου είναι το τραγούδι και το «κάτι τις παραπάνω» (έμπνευση ίσως;) που του δίνει συνοχή και δύναμη τελικά. Γιατί μπορεί ένα τραγούδι να έχει καλό στίχο, μουσικά να έχει ενδιαφέρον, η φωνή που το λέει να είναι μια ωραία φωνή, πλην όμως, όλα αυτά μαζί, όχι μόνο δεν εξασφαλίζουν την δημιουργία ενός καλού τραγουδιού, αλλά μπορεί και να βγάλουν μια εξόχως αδιάφορη «κατασκευή».

Tα λέω όλα αυτά γιατί βγαίνοντας από τη Σκηνή «Νίκος Κουρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου, σκεφτόμουν ότι «Η Απλή Μετάβαση» είχε αυτό το δυσεύρετο συστατικό που δικαιώνει τον όρο μιούζικαλ. Μιούζικαλ ναι. Και μάλιστα ελληνικό. Believe me είναι σοβαρό αυτό που λέω. Και διόλου δεδομένο…

Το δίδυμο Καραμουρατίδης/Ευαγγελάτος (ο Καραμουρατίδης τις μουσικές και τις ενορχηστρώσεις και ο Ευγγελάτος το κείμενο και τους στίχους) αποδεικνύει για μια ακόμη φορά ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο σε τούτο τον κόσμο. Η χημεία μεταξύ τους είναι δεδομένη. Όπως δεδομένη είναι και η χημεία των δύο τους με τον σκηνοθέτη της παράστασης Μίνωα Θεοχάρη - όλοι, συν τον θίασο, «παιδιά» μιας γενιάς που φαίνεται ότι έχει να δώσει πολλά ακόμα...

Στο πρώτο μέρος της «Απλής Μετάβασης», το τραγούδι και η μουσική γενικότερα είναι μια γερή βάση που δίνει υπόσταση στη δράση, εξισορροπώντας τα όποια κενά. Βλέπεις για παράδειγμα στα πρώτα λεπτά τη Μαρίζα Ρίζου (την Λένα της παράστασης) και τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη (Αρη) να τρέχουν από δω και από κει με την βαλιτσούλα τους ανα χείρας (σιγά σιγά μπαίνουν στο παιχνίδι τα υπόλοιπα πρόσωπα) και νιώθεις ότι αν δεν ήταν «καλυμμένοι μουσικά», αν το τραγούδι που έφτανε στα αυτιά σου δεν κατάφερνε να κεντρίσει συναισθήματα και να φτιάξει εικόνες, το σκηνικό και κινησιολογικό κομμάτι μάλλον θα το έλεγες (με ευκολία) έως και αδιάφορο.

Όμως η ορχήστρα (που παίζει ζωντανά στο πλάι της σκηνής) δίνει όγκο και ρυθμό, η μπριόζα και άκρως επικοινωνιακή Μαρίζα Ρίζου έχει όλη τη χάρη και τον ηλεκτρισμό που απαιτεί ο ρόλος και αμέσως σε κερδίζει (αν και είναι η πρώτη φορά που παίζει στο θέατρο).  Όλος ο θίασος έχει επιλεγεί έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις ενός μιούζικαλ, όπου ο κεντρικός άξονας είναι το τραγούδι. Εδώ η παραμικρή έκπτωση. Το αντίθετο. Με τις μουσικές και τις ενορχηστρώσεις του Καραμουρατίδη (που κινείται σε έναν βατό «κλασσικό» ποπ ήχο με ωραίες μελωδίες) και τον έξοχο ήχο της ορχήστρας, παρακολουθούμε τον τελευταίο... ασπασμό μιας παρέας νέων ανθρώπων που ο καθένας για τον δικό του λόγο (και κουβαλώντας τη δική του ιστορία) πήραν τη δύσκολη απόφαση να μετοικίσουν στην Αγγλία. «Παιδιά» της κρίσης γαρ. Παιδιά μιας Ελλάδας που δεν έχει να τους δώσει ούτε τα προς το ζην..

Κι ενώ στο πρώτο μέρος τα πράγματα κινούνται κάπως αργά και αναμενόμενα, στο δεύτερο οι ήρωες αποκτούν σάρκα και οστά και η ιστορία του καθενός βγαίνει στο φως. Θα ταξιδέψουν όλοι τελικά ή κάποιοι απ’ αυτούς θα καταλάβουν ότι το φευγιό ήταν απλώς ένα άλλοθι για να μη δουν όσα πρέπει να δουν; Ταξίδι ναι. Αλλά όχι μόνο εκείνο που καλύπτει μίλια πάνω στο χάρτη… Με φόντο την τρέχουσα κοινωνική πραγματικότητα και με «ατάκες» που σίγουρα έχουμε ακούσει όλοι στις παρέες μας, βλέπουμε ανάγλυφα τους φόβους τους,τις αντιφάσεις τους, τις δύσκολες ισορροπίες τους. Βλέπουμε ζωντανούς ανθρώπους, τα παιδιά των φίλων μας, τους φίλους μας, εμάς... 

Τελικά (σκέφτεσαι) όλη η ουσία της παράστασης –ακόμη και σκηνικά- συμπτύσσεται στο δεύτερο μέρος δίνοντας υπόσταση στον όρο «μιούζικαλ». Χορογραφίες, σκηνικό, εναλλαγές, ροή, ομαδικές και προσωπικές στιγμές συντείνουν στο να… μπεις και εσύ στο έργο αγγίζοντας (κάποιες στιγμές τουλάχιστον) κι αυτό το άυλο στοιχείο της μαγικής ύλης που κάνει το μιούζικαλ μιούζικαλ. Με λίγα λόγια το διασκεδάζεις έχοντας πάντα την ορχήστρα στο πλάι σου. Είπαμε η μουσική έχει τα πρωτεία - και καλά κάνει.. 

Δεν ξέρω αν η «Απλή Μετάβαση» θα διεκδικούσε ποτέ βραβείο Tony, όμως είμαι σίγουρη ότι η εν λόγω παρέα έχει κάνει ένα βήμα παρακάτω στο δύσκολο αυτό θεατρικό είδος που ως τώρα μόνο με ...ξεπατικωτούρα έχει βαδίσει στα μέρη μας.

Από τις ερμηνείες εκτός από τη Μαρίζα Ρίζου (αυτό το κορίτσι λες και έχει γεννηθεί για να είναι πάνω στη σκηνή) θα ξεχώριζα την Μαρία Διακοπαναγιώτου (υπέροχη ηθοποιός με ξεχωριστή ικανότητα και στην κίνηση και στο τραγούδι) και τον Φοίβο Ριμένα που εκτός από ηθοποιός θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και τραγουδιστής. Αλλά κι όλος ο θίασος, ένας κι ένας... 

Διαβάστε επίσης: 

Κωνσταντίνος Ασπιώτης: «Προτίμησα να τρώω μακαρόνια με σάλτσα που κοστίζουν ένα ευρώ για να μην κάνω υποχωρήσεις στη δουλειά»

Χάρη Ποντίδα

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_ilektra_orestis_ivo_van_hove2_jan_versweyveld Είδα: την παράσταση «Ηλέκτρα/Ορέστης» σε σκηνοθεσία Ίβο Βαν Χόβε Ωμός, άκρατα ρεαλιστικός, ευριπίδειος λόγος σε μία παράσταση που μας έκοψε την ανάσα. Main_unnamed Είδα: την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού Μια παράσταση που ο λόγος της ακούγεται στο ακέραιο, ενώ πετυχαίνει παράλληλα να επικοινωνήσει πλήρη τα νοήματα του Ευριπίδειου κειμένου. Main_dikomascinema9_7182 Είδα: το «Δικό μας Σινεμά» σε σκηνοθεσία Θ. Παπαθανασίου - Μ. Ρέππα - Φ. Ευαγγελινού Μία χορταστική αναδρομή στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο ή αλλιώς στο «Δικό μας Σινεμά». Main_2.dominique-sebastien.credit.michelelaurent Είδα: το «Kanata» σε σκηνοθεσία του Ρομπέρ Λεπάζ Η παράσταση του Robert Lepage αποτελεί ιδιαίτερη εμπειρία για τον θεατή της φωτίζοντας τον εικαστικό και σημειολογικό κόσμο του θεάτρου και του κινηματογράφου μέσα από τη ζοφερή ανθρώπινη πραγματικότητα. Main_press_photo_mpost_small_18437_ Είδα: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» την εποχή των social media Η παράσταση αυτή όμως, με τα θετικά και τα αρνητικά της σημεία, με έκανε να αναρωτηθώ για ποιο λόγο δεν επιλέγονται πλέον οι επιθεωρήσεις. Ίσως ήρθε η ώρα το τόσο δύσκολο και απαιτητικό αυτό θεατρικό είδος να κάνει και πάλι την εμφάνισή του. Main_original_703_(4) Είδα: τις «Αυτόχειρες Παρθένους» σε σκηνοθεσία Susanne Kennedy Αν κάποιος δε γνώριζε ήδη την ιστορία, θα πρέπει να δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να καταλάβει τι συνέβαινε επί σκηνής. Αλλά η σκηνοθεσία δε λειτούργησε ούτε σε επίπεδο σκηνικής performance, καθώς απομονώθηκε στα σκηνικά δρώμενα και στην, ομολογουμένως θεαματική, χρήση της multimedia τεχνολογίας.
#load_content_with_ajax