Θέατρο | Είδα...

Είδα: το «Βόυτσεκ» σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου 13 Μαρτίου 2019

Πιστή στο πνεύμα του Μπύχνερ και εικαστικά άρτια προσέγγιση.

Το ενδιαφέρον της Κατερίνας Ευαγγελάτου για τη γερμανική δραματουργία αποδεικνύεται κατά την τακτική της ενασχόληση με έργα από ποικίλες δημιουργικές περιόδους.  Οι δύο σκηνοθεσίες της σε κείμενα του Ρόναλντ Σιμεπφέλινχ («Ο χρυσός δράκος» και «Ιδομενέας»), η κατ’ επανάληψη ματιά της στον «Καλό άνθρωπο του Σετσουάν» (τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γερμανία)  και φυσικά στον "Φάουστ" του Γκαίτε παραδίδουν τη σκυτάλη τώρα στο «Βόυτσεκ» του Γκέοργκ Μπύχνερ. Το τελευταίο είναι ασφαλώς το πιο απαιτητικό εγχείρημα σ’ αυτό τον κύκλο έργων.

Κι αυτό γιατί ο «Βόυτσεκ» είναι μια σύνθεση από σπαράγματα, σχεδιάσματα σκηνών (29 στον αριθμό). Συνεπώς ακόμα και ο όρος «ανολοκλήρωτο  έργο» ελέγχεται, αφού πρόκειται, σχεδόν, για ένα μη έργο το οποίο έχει συγκροτηθεί στη σημερινή του μορφή ως αποτέλεσμα ενός κολάζ που παρέδωσαν οι μελετητές του.

Αυτή δεν είναι η μόνη πρόκληση στη διαχείρισή του. Το σπαραγματικό υλικό ξεδιπλώνεται σε μια επίσης αποσπασματική γλώσσα - που ακροβατεί ανάμεσα στο νατουραλισμό και τον εξπρεσιονισμό - με κορυφώσεις άγριας, δραματικής ποιητικότητας. Πέραν αυτών, το χαρακτηριστικό που καθιστά το «Βόυτσεκ» έργο – μνημείο είναι η μεγάλη στροφή στη θεματολογία της τραγωδίας: O Μπύχνερ τοποθετεί στο κέντρο της το δράμα ενός στοιχειωμένου ανθρώπου, φτωχού, άμοιρου, κακορίζικου  (ακριβείς προσδιορισμοί του Φραντς Βόυτσεκ από τη μετάφραση του Σπύρου Ευαγγελάτου που χρησιμοποιείται εδώ). Μια λαϊκή φιγούρα, δηλαδή, αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστική, αλλά όχι και σε ηρωική, αφού ο βίος του Βόυτσεκ δεν είναι παρά μια πορεία εξαθλίωσης προς τη γέννηση του Κακού.

Η μακροσκελής εισαγωγή για τις σοβαρές ιδιαιτερότητες του έργου μοιάζει αναγκαία για να υπογραμμίσει το κατόρθωμα της Κατερίνας Ευαγγελάτου στο ανέβασμα του. Η σκηνοθέτις αντιμετωπίζει την πραγματική ιστορία του φτωχού στρατιώτη - που προκειμένου να συμπληρώσει το εισόδημα του δέχεται να συμμετέχει σε ιατρικό πείραμα – σαν ένα εφιαλτικό τσίρκο. Τη σκοτεινιά και την τραγικότητα που εκπέμπει η καταβύθιση στην απελπισμένη ύπαρξη του Βόυτσεκ την «διασκεδάζει», τρόπον τινά, μ’ ένα πολύχρωμο, αλλά στο τέλος, βαθιά μελαγχολικό, σύμπαν, σαν αυτό που στήνουν εδώ κι εκεί οι περιπλανώμενοι παλιάτσοι.

Η εντυπωσιακή και, γεμάτη λύσεις, σκηνική εγκατάσταση  της Εύας Μανιδάκη, οι χαμηλότονοι φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ, τα, βγαλμένα από γκαρνταρόμπα μπουλουκιού, κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα οργανώνουν από κοινού μια εξαίσια αισθητική εμπειρία. Την ίδια ώρα, η υποβόσκουσα ένταση του κινησιολογικού σχεδιασμού της Πατρίσιας Απέργη (δεν μπορεί πια να φανταστεί κανείς παραστάσεις της Ευαγγελάτου χωρίς τη συνδρομή της) και τα υπόγεια beat του Γιώργου Πούλιου υπερτονίζουν δεξιοτεχνικά τη νοσηρή βαναυσότητα του έργου.

Το σύστημα που έχει δημιουργήσει η καθοδήγηση της Κατερίνας Ευαγγελάτου δεν έχει ρωγμές. Είναι τέλειο. Αυτό δεν είναι απαραίτητα ευεργετικό όταν φτάνουμε στη διδασκαλία των ρόλων οι οποίοι ερμηνεύονται κάτω από μια στερεή και συμπαγή φόρμα. Η σκηνοθέτις έχει επιλέξει να ρίξει το βάρος στην εξπρεσιονιστική φύση του έργου – αφού φαίνεται πως, αυτή την περίοδο, ερευνά τον φορμαλισμό αν λάβουμε υπόψη πως ο «Βόυτσεκ» έρχεται σε συνέχεια της εξαιρετικής δουλειάς της στην «Κωμωδία των παρεξηγήσεων» του Σαίξπηρ που παίζεται στο θέατρο Βασιλάκου.
Η επιλογή της, ωστόσο, αποστεγνώνει το έργο από συναίσθημα, την υπόμνηση του ήρωα για «σάρκα κι αίμα» στενεύοντας το πλαίσιο δράσης των καλών πρωταγωνιστών της. Κάπως έτσι, χάνεται η ευκαιρία να μιλήσουμε για ‘μεγάλες’ ερμηνείες παρότι υπάρχει γόνιμο έδαφος: Ο Γιώργος Γάλλος ως Βόυτσεκ, η Έλενα Μαυρίδου ως Μαρία, ο Σωτήρης Τσακομίδης ως γιατρός, ο Χάρης Χαραλάμπους ως λοχαγός. Αναγνωρίζουμε, δηλαδή, περισσότερο μια άρτια - σε κοινή γραμμή - εκπαιδευμένη ομάδα, παρά συγκεκριμένες ερμηνείες να εξέχουν.

Από την άλλη, οφείλουμε να παραδεχθούμε πως η μηχανιστική εκδοχή της φόρμας τίθεται αποδοτικότερα στην υπηρεσία της τσιρκολάνικης αντίληψης. Και σίγουρα συγγενεύει πολύ περισσότερο με τον προβληματισμό του νεαρού Μπύχνερ που περιγράφει έναν κόσμο ο οποίος ηθικολογεί πεισματικά, εκμεταλλεύεται και μηδενίζει την ανθρώπινη υπόσταση, απομυζεί τα αισθήματα αγάπης από το άτομο,  το αποξενώνει από τους άλλους και από τον εαυτό του και το οδηγεί στην παραφροσύνη∙ δηλαδή στον θάνατο. 

Παρά τις όποιες επιφυλάξεις, ο «Βόυτσεκ» είναι μια ακόμα απόδειξη πως οι σκηνοθετικές εργασίες της Κατερίνας Ευαγγελάτου συνιστούν πλήρη σκηνικά σύμπαντα και πως έχουν όραμα.

Να το δω γιατί:

  • Για την απαράμιλλη αισθητική.
  • Για την άριστα εκπαιδευμένη ομάδα.
  •  Για την επιστροφή της Κατερίνας Ευαγγελάτου στο γερμανικό ρεπερτόριο.

Να μη το δω γιατί:

  • Για φορμαλιστική κατεύθυνση στις ερμηνείες.

 

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_ilektra_orestis_ivo_van_hove2_jan_versweyveld Είδα: την παράσταση «Ηλέκτρα/Ορέστης» σε σκηνοθεσία Ίβο Βαν Χόβε Ωμός, άκρατα ρεαλιστικός, ευριπίδειος λόγος σε μία παράσταση που μας έκοψε την ανάσα. Main_unnamed Είδα: την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού Μια παράσταση που ο λόγος της ακούγεται στο ακέραιο, ενώ πετυχαίνει παράλληλα να επικοινωνήσει πλήρη τα νοήματα του Ευριπίδειου κειμένου. Main_dikomascinema9_7182 Είδα: το «Δικό μας Σινεμά» σε σκηνοθεσία Θ. Παπαθανασίου - Μ. Ρέππα - Φ. Ευαγγελινού Μία χορταστική αναδρομή στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο ή αλλιώς στο «Δικό μας Σινεμά». Main_2.dominique-sebastien.credit.michelelaurent Είδα: το «Kanata» σε σκηνοθεσία του Ρομπέρ Λεπάζ Η παράσταση του Robert Lepage αποτελεί ιδιαίτερη εμπειρία για τον θεατή της φωτίζοντας τον εικαστικό και σημειολογικό κόσμο του θεάτρου και του κινηματογράφου μέσα από τη ζοφερή ανθρώπινη πραγματικότητα. Main_press_photo_mpost_small_18437_ Είδα: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» την εποχή των social media Η παράσταση αυτή όμως, με τα θετικά και τα αρνητικά της σημεία, με έκανε να αναρωτηθώ για ποιο λόγο δεν επιλέγονται πλέον οι επιθεωρήσεις. Ίσως ήρθε η ώρα το τόσο δύσκολο και απαιτητικό αυτό θεατρικό είδος να κάνει και πάλι την εμφάνισή του. Main_original_703_(4) Είδα: τις «Αυτόχειρες Παρθένους» σε σκηνοθεσία Susanne Kennedy Αν κάποιος δε γνώριζε ήδη την ιστορία, θα πρέπει να δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να καταλάβει τι συνέβαινε επί σκηνής. Αλλά η σκηνοθεσία δε λειτούργησε ούτε σε επίπεδο σκηνικής performance, καθώς απομονώθηκε στα σκηνικά δρώμενα και στην, ομολογουμένως θεαματική, χρήση της multimedia τεχνολογίας.
#load_content_with_ajax