ΤΕΤΑΡΤΗ 20 ΜΑΡΤΙΟΥ 2019
Θέατρο | Είδα...

Είδα: το «Βόυτσεκ» σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου 13 Μαρτίου 2019

Πιστή στο πνεύμα του Μπύχνερ και εικαστικά άρτια προσέγγιση.

Το ενδιαφέρον της Κατερίνας Ευαγγελάτου για τη γερμανική δραματουργία αποδεικνύεται κατά την τακτική της ενασχόληση με έργα από ποικίλες δημιουργικές περιόδους.  Οι δύο σκηνοθεσίες της σε κείμενα του Ρόναλντ Σιμεπφέλινχ («Ο χρυσός δράκος» και «Ιδομενέας»), η κατ’ επανάληψη ματιά της στον «Καλό άνθρωπο του Σετσουάν» (τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γερμανία)  και φυσικά στον "Φάουστ" του Γκαίτε παραδίδουν τη σκυτάλη τώρα στο «Βόυτσεκ» του Γκέοργκ Μπύχνερ. Το τελευταίο είναι ασφαλώς το πιο απαιτητικό εγχείρημα σ’ αυτό τον κύκλο έργων.

Κι αυτό γιατί ο «Βόυτσεκ» είναι μια σύνθεση από σπαράγματα, σχεδιάσματα σκηνών (29 στον αριθμό). Συνεπώς ακόμα και ο όρος «ανολοκλήρωτο  έργο» ελέγχεται, αφού πρόκειται, σχεδόν, για ένα μη έργο το οποίο έχει συγκροτηθεί στη σημερινή του μορφή ως αποτέλεσμα ενός κολάζ που παρέδωσαν οι μελετητές του.

Αυτή δεν είναι η μόνη πρόκληση στη διαχείρισή του. Το σπαραγματικό υλικό ξεδιπλώνεται σε μια επίσης αποσπασματική γλώσσα - που ακροβατεί ανάμεσα στο νατουραλισμό και τον εξπρεσιονισμό - με κορυφώσεις άγριας, δραματικής ποιητικότητας. Πέραν αυτών, το χαρακτηριστικό που καθιστά το «Βόυτσεκ» έργο – μνημείο είναι η μεγάλη στροφή στη θεματολογία της τραγωδίας: O Μπύχνερ τοποθετεί στο κέντρο της το δράμα ενός στοιχειωμένου ανθρώπου, φτωχού, άμοιρου, κακορίζικου  (ακριβείς προσδιορισμοί του Φραντς Βόυτσεκ από τη μετάφραση του Σπύρου Ευαγγελάτου που χρησιμοποιείται εδώ). Μια λαϊκή φιγούρα, δηλαδή, αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστική, αλλά όχι και σε ηρωική, αφού ο βίος του Βόυτσεκ δεν είναι παρά μια πορεία εξαθλίωσης προς τη γέννηση του Κακού.

Η μακροσκελής εισαγωγή για τις σοβαρές ιδιαιτερότητες του έργου μοιάζει αναγκαία για να υπογραμμίσει το κατόρθωμα της Κατερίνας Ευαγγελάτου στο ανέβασμα του. Η σκηνοθέτις αντιμετωπίζει την πραγματική ιστορία του φτωχού στρατιώτη - που προκειμένου να συμπληρώσει το εισόδημα του δέχεται να συμμετέχει σε ιατρικό πείραμα – σαν ένα εφιαλτικό τσίρκο. Τη σκοτεινιά και την τραγικότητα που εκπέμπει η καταβύθιση στην απελπισμένη ύπαρξη του Βόυτσεκ την «διασκεδάζει», τρόπον τινά, μ’ ένα πολύχρωμο, αλλά στο τέλος, βαθιά μελαγχολικό, σύμπαν, σαν αυτό που στήνουν εδώ κι εκεί οι περιπλανώμενοι παλιάτσοι.

Η εντυπωσιακή και, γεμάτη λύσεις, σκηνική εγκατάσταση  της Εύας Μανιδάκη, οι χαμηλότονοι φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ, τα, βγαλμένα από γκαρνταρόμπα μπουλουκιού, κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα οργανώνουν από κοινού μια εξαίσια αισθητική εμπειρία. Την ίδια ώρα, η υποβόσκουσα ένταση του κινησιολογικού σχεδιασμού της Πατρίσιας Απέργη (δεν μπορεί πια να φανταστεί κανείς παραστάσεις της Ευαγγελάτου χωρίς τη συνδρομή της) και τα υπόγεια beat του Γιώργου Πούλιου υπερτονίζουν δεξιοτεχνικά τη νοσηρή βαναυσότητα του έργου.

Το σύστημα που έχει δημιουργήσει η καθοδήγηση της Κατερίνας Ευαγγελάτου δεν έχει ρωγμές. Είναι τέλειο. Αυτό δεν είναι απαραίτητα ευεργετικό όταν φτάνουμε στη διδασκαλία των ρόλων οι οποίοι ερμηνεύονται κάτω από μια στερεή και συμπαγή φόρμα. Η σκηνοθέτις έχει επιλέξει να ρίξει το βάρος στην εξπρεσιονιστική φύση του έργου – αφού φαίνεται πως, αυτή την περίοδο, ερευνά τον φορμαλισμό αν λάβουμε υπόψη πως ο «Βόυτσεκ» έρχεται σε συνέχεια της εξαιρετικής δουλειάς της στην «Κωμωδία των παρεξηγήσεων» του Σαίξπηρ που παίζεται στο θέατρο Βασιλάκου.
Η επιλογή της, ωστόσο, αποστεγνώνει το έργο από συναίσθημα, την υπόμνηση του ήρωα για «σάρκα κι αίμα» στενεύοντας το πλαίσιο δράσης των καλών πρωταγωνιστών της. Κάπως έτσι, χάνεται η ευκαιρία να μιλήσουμε για ‘μεγάλες’ ερμηνείες παρότι υπάρχει γόνιμο έδαφος: Ο Γιώργος Γάλλος ως Βόυτσεκ, η Έλενα Μαυρίδου ως Μαρία, ο Σωτήρης Τσακομίδης ως γιατρός, ο Χάρης Χαραλάμπους ως λοχαγός. Αναγνωρίζουμε, δηλαδή, περισσότερο μια άρτια - σε κοινή γραμμή - εκπαιδευμένη ομάδα, παρά συγκεκριμένες ερμηνείες να εξέχουν.

Από την άλλη, οφείλουμε να παραδεχθούμε πως η μηχανιστική εκδοχή της φόρμας τίθεται αποδοτικότερα στην υπηρεσία της τσιρκολάνικης αντίληψης. Και σίγουρα συγγενεύει πολύ περισσότερο με τον προβληματισμό του νεαρού Μπύχνερ που περιγράφει έναν κόσμο ο οποίος ηθικολογεί πεισματικά, εκμεταλλεύεται και μηδενίζει την ανθρώπινη υπόσταση, απομυζεί τα αισθήματα αγάπης από το άτομο,  το αποξενώνει από τους άλλους και από τον εαυτό του και το οδηγεί στην παραφροσύνη∙ δηλαδή στον θάνατο. 

Παρά τις όποιες επιφυλάξεις, ο «Βόυτσεκ» είναι μια ακόμα απόδειξη πως οι σκηνοθετικές εργασίες της Κατερίνας Ευαγγελάτου συνιστούν πλήρη σκηνικά σύμπαντα και πως έχουν όραμα.

Να το δω γιατί:

  • Για την απαράμιλλη αισθητική.
  • Για την άριστα εκπαιδευμένη ομάδα.
  •  Για την επιστροφή της Κατερίνας Ευαγγελάτου στο γερμανικό ρεπερτόριο.

Να μη το δω γιατί:

  • Για φορμαλιστική κατεύθυνση στις ερμηνείες.

 

Στέλλα Χαραμή

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_m16 Είδα: τον «Μισάνθρωπο» σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά Ανάγνωση του έργου ως σύγχρονο δράμα όπου εξέχει η ερμηνεία του Μαρμαρινού και η μετάφραση της Προκοπάκη. Main_othello-kursk7 Είδα: τον «Οθέλλο» σε σκηνοθεσία Χάρη Φραγκούλη Η παράσταση καταλήγει να παλινωδεί σε σκετσάκια παρασύροντας μαζί και τις όποιες ενδιαφέρουσες στιγμές. Main_slider Είδα: το «Ύψωμα 731» σε σκηνοθεσία Αρη Μπινιάρη Το κείμενο έχει τη ροή και τη δύναμη ενός ολοκληρωμένου έργου. Main_%ce%93%c3%87%c2%a3h_dikh%ce%93%c3%87%c2%a5_elina_giounanli_for_onassis_stegi_1 Είδα: τη «Δίκη» σε σκηνοθεσία Κρίστιαν Λούπα Ελεύθερη ανάγνωση υψηλής ποιότητας, ποιητικότητας και πνευματικότητας του διάσημου μυθιστορήματος του Κάφκα Main_52350941_744933052547894_2997067718617726976_n Είδα: τις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη Η Μαριάννα Κάλμπαρη σε συνεργασία με τον θίασο, κατάφεραν και «μίλησαν» στη γλώσσα του Χόρβατ στήνοντας μία ατμοσφαιρική παράσταση που συντηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον στη θέαση και συνδυάζει σε ισορροπημένες δόσεις τη σκληρότητα και τον ρεαλισμό με το χιούμορ και τον σουρεαλισμό. Main_man0102a Ένα «Φτερωτό Άλογο» στο Μέγαρο Μουσικής Η παράσταση προσφέρεται για μικρούς και μεγάλους...
#load_content_with_ajax