ΠΕΜΠΤΗ 12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2019
Θέατρο | Είδα...

Είδα: το «Ένας ανεπαίσθητος πόνος» σε σκηνοθεσία Χριστίνας Χριστοφή 08 Απριλίου 2019

Ο Πίντερ παραμένει ακατανόητος, μολονότι απολύτως καθημερινός, αληθινός και απλός. Το μόνο που χρειάζεται είναι ο εκάστοτε σκηνοθέτης να σεβαστεί τα νοήματά του. Μέχρι να συμβεί αυτό, οι παραστάσεις έργων του θα παραμένουν δυσνόητες, πληκτικές και ανούσιες. Όπως το «Ένας ανεπαίσθητος πόνος» σε σκηνοθεσία Χριστίνας Χριστοφή.

Το «Ένας ανεπαίσθητος πόνος» του Χάρολντ Πίντερ, γραμμένο το 1958, είναι ένα έργο που μιλάει για το γάμο και τις διαπροσωπικές σχέσεις, ιδωμένα μέσα από την τόσο ιδιαίτερη και χαρακτηριστική ματιά του συγγραφέα, που τους προσδίδει επεκτάσεις πάλης για την εξουσία. Ακόμα και αν αυτή η πάλη αφορά σε ένα παντρεμένο ζευγάρι. Ακόμα και αν εκτυλίσσεται στον κήπο του σπιτιού τους μια μέρα του καλοκαιριού. Στην παράσταση που ανεβαίνει αυτό τον καιρό σε σκηνοθεσία Χριστίνας Χριστοφή παρακολουθήσαμε μια σκηνική ανάγνωση του έργου που δεν στόχευε κάπου, με αποτέλεσμα το έργο να μοιάζει, τουλάχιστον, ακατανόητο.
Ο βραβευμένος με Νόμπελ συγγραφέας το έγραψε για το ραδιόφωνο, από όπου και μεταδόθηκε για πρώτη φορά*. Ένα ζευγάρι, στη μέση ηλικία, κάθεται στον κήπο του σπιτιού του και απολαμβάνει το τσάι του, κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης μέρας του χρόνου. Όταν προσκαλούν σπίτι τους έναν μικροπωλητή σπίρτων που στέκεται στο δρόμο, όλα ανατρέπονται. Στον Πίντερ, καμία συζήτηση δεν είναι ανώδυνη, καμία κίνηση δεν είναι άσκοπη, καμία σιωπή δεν είναι άδεια. Όλα έχουν συγκεκριμένη στόχευση, που είναι η απόκτηση και κατοχή της εξουσίας: πολιτικής ή διαπροσωπικής ή ακόμα και συζυγικής. Και όλα συμβαίνουν σε έναν συγκεκριμένο χώρο, κλειστό ή ανοιχτό, όπως είναι ο κήπος στο «Ένας ανεπαίσθητος πόνος». Καθόλου τυχαίο ότι το πρώτο θεατρικό έργο του Πίντερ, με τον εμβληματικό τίτλο, «Το Δωμάτιο» (1957) εκτυλίσσεται επίσης ανάμεσα σε ένα τρίγωνο, με το ένα πρόσωπο, που έρχεται απέξω, να είναι βουβό και να στοχεύει στην απόκτηση του χώρου.
Η Χρ. Χριστοφή αντιμετώπισε το κείμενο ως μια αληθινή ιστορία ανάμεσα σε ένα παντρεμένο ζευγάρι, με το ερωτικό στοιχείο να βρίσκεται στο επίκεντρο. Καθώς όμως ο έρωτας δεν είναι αυτοσκοπός σε κανένα πιντερικό έργο, δεν κατάφερε να οδηγηθεί σε κάποιο συμπέρασμα. Ενδεικτική η σκηνή με τη μέλισσα που παγιδεύεται μέσα στο βάζο με το μέλι. Ο Έντουαρντ επιμένει και την κλείνει μέσα στο βάζο, επιδεικνύοντας την εξουσία του, όπως ομοίως κάνει (ή επιθυμεί να κάνει) με την γυναίκα του. Η σκηνοθέτις αντιμετώπισε άκομψα και απολύτως αταίριαστα στη θεατρική αρμονία που ενυπάρχει στον Πίντερ τη σκηνή αυτή, με έντονο σεξουαλικό (όχι ερωτικό!) υπονοούμενο, το οποίο όμως ολοκληρώθηκε αμέσως μετά. Έτσι, δεν οδηγήθηκε ποτέ η παράσταση στο αλυσιδωτό σχήμα, όπου μετά την κατάρρευση του, θυμάται ο ήρωας όταν ήταν ακόμα κραταιός στο σπίτι του και μπορούσε να σκοτώσει μια μέλισσα εγκλωβίζοντάς την μέσα στο βάζο. Πλέον δε μπορεί να ελέγξει ούτε τη μέλισσα, ούτε φυσικά την γυναίκα του. Η αποσπασματική παράθεση εικόνων στο έργο, κατέλυσε το συνολικό του νόημα, το οποίο χάθηκε εντελώς στην πορεία, καταντώντας την παράσταση άρρυθμη και ανούσια. Ομοίως, η σκηνοθέτις δεν διατήρησε το νήμα της τυφλότητας του ήρωα, με την οποία ξεκινάει το έργο, και στο τέλος μετουσιώνεται όχι μόνον σε αληθινή, αλλά και σε μεταφορική τυφλότητα. Αναλώθηκε επίσης στην προσπάθειά της να αποδώσει το αγγλικό στοιχείο που είναι εγγενές στα κείμενα του συγγραφέα με, άνευ ουσίας και νοήματος, εμμονές. Έτσι, έβαλε την ηρωίδα, στην αρχή της παράστασης, να στήνει με ιεροτελεστία όλα τα απαραίτητα για το τσάι. Η τυπικότητα και η συνέπεια όμως που χαρακτηρίζουν την «αγγλική» γραφή του Πίντερ δεν εξαντλούνται σε φλυτζάνια και πιατάκια, αλλά σε συμπεριφορές και εσωτερικούς ρυθμούς. Τέλος, ακατανόητη ήταν η παρουσία του, ντυμένου ως κλόουν, μικροπωλητή. Το πρόσωπο αυτό ενσαρκώνει τους πιο μύχιους φόβους του Έντουαρντ και, υπαρκτός ή όχι, εν τέλει θα πάρει την θέση του τόσο μέσα στο σπίτι του, όσο και δίπλα στην γυναίκα του, φέρνοντας μνήμες από τον Ντέιβις στον «Επιστάτη».
Καθοδηγημένοι προς μια φορτωμένη υποκριτικά γραμμή οι ηθοποιοί, έπαιξαν σε υψηλούς τόνους, άγνωστους για το θέατρο του Πίντερ. Πολλές φορές μάλιστα ήταν τόσο έντονοι και υπερβολικοί, ώστε έδιναν την εντύπωση ότι ειρωνεύονταν τον ίδιο τους τον ρόλο. Ο Δημοσθένης Φίλιππας (Έντουαρντ) δεν κατάφερε να αποδώσει τη λεπτή ειρωνία, ούτε την απάθεια που χαρακτηρίζουν τον ήρωά του, ενώ η Μαρία Μπρανίδου (Φλώρα) δεν έπαψε να μας θυμίζει ότι "υποκρίνεται" την φλογερή γυναίκα. Ο Κωνσταντής Μιζάρας (Πωλητής σπίρτων) ήταν πιο σωστός, ίσως επειδή έπαιξε στην απόλυτη σιωπή.
Ενδιαφέροντα τα σκηνικά (Μυρτώ Κοσμοπούλου), ειδικά η σκηνική λύση με τις σκιές, παίζοντας με πιντερικά δίπτυχα: φως-σκοτάδι, κρύβω-δείχνω, λέω-υπονοώ. Ομοίως οι φωτισμοί, που επίσης ακολούθησαν αυτή τη γραμμή (Γιάννης Ζέρβας) καταφέρνοντας να δημιουργήσουν ατμόσφαιρες.
Ο Πίντερ παραμένει ακατανόητος, μολονότι απολύτως καθημερινός, αληθινός και απλός. Το μόνο που χρειάζεται είναι ο εκάστοτε σκηνοθέτης να σεβαστεί τα νοήματά του. Μέχρι να συμβεί αυτό, οι παραστάσεις έργων του θα παραμένουν δυσνόητες, πληκτικές και ανούσιες. Όπως το «Ένας ανεπαίσθητος πόνος» σε σκηνοθεσία Χριστίνας Χριστοφή.

 

*Το έργο μεταδόθηκε για πρώτη φορά από το Τρίτο Πρόγραμμα του BBC στις 29 Ιουλίου 1959, με πρωταγωνιστές τους Maurice Denham και Vivien Merchant.

Τόνια Τσαμούρη

Περισσότερα "Είδα..."
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΙΔΑ..." Main_ilektra_orestis_ivo_van_hove2_jan_versweyveld Είδα: την παράσταση «Ηλέκτρα/Ορέστης» σε σκηνοθεσία Ίβο Βαν Χόβε Ωμός, άκρατα ρεαλιστικός, ευριπίδειος λόγος σε μία παράσταση που μας έκοψε την ανάσα. Main_unnamed Είδα: την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού Μια παράσταση που ο λόγος της ακούγεται στο ακέραιο, ενώ πετυχαίνει παράλληλα να επικοινωνήσει πλήρη τα νοήματα του Ευριπίδειου κειμένου. Main_dikomascinema9_7182 Είδα: το «Δικό μας Σινεμά» σε σκηνοθεσία Θ. Παπαθανασίου - Μ. Ρέππα - Φ. Ευαγγελινού Μία χορταστική αναδρομή στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο ή αλλιώς στο «Δικό μας Σινεμά». Main_2.dominique-sebastien.credit.michelelaurent Είδα: το «Kanata» σε σκηνοθεσία του Ρομπέρ Λεπάζ Η παράσταση του Robert Lepage αποτελεί ιδιαίτερη εμπειρία για τον θεατή της φωτίζοντας τον εικαστικό και σημειολογικό κόσμο του θεάτρου και του κινηματογράφου μέσα από τη ζοφερή ανθρώπινη πραγματικότητα. Main_press_photo_mpost_small_18437_ Είδα: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» την εποχή των social media Η παράσταση αυτή όμως, με τα θετικά και τα αρνητικά της σημεία, με έκανε να αναρωτηθώ για ποιο λόγο δεν επιλέγονται πλέον οι επιθεωρήσεις. Ίσως ήρθε η ώρα το τόσο δύσκολο και απαιτητικό αυτό θεατρικό είδος να κάνει και πάλι την εμφάνισή του. Main_original_703_(4) Είδα: τις «Αυτόχειρες Παρθένους» σε σκηνοθεσία Susanne Kennedy Αν κάποιος δε γνώριζε ήδη την ιστορία, θα πρέπει να δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να καταλάβει τι συνέβαινε επί σκηνής. Αλλά η σκηνοθεσία δε λειτούργησε ούτε σε επίπεδο σκηνικής performance, καθώς απομονώθηκε στα σκηνικά δρώμενα και στην, ομολογουμένως θεαματική, χρήση της multimedia τεχνολογίας.
#load_content_with_ajax