Θέατρο | Πρόσωπα

Περιμένοντας τον Γκοντό στο θέατρο Χώρος- Συνέντευξη με τους συντελεστές της παράστασης 10 Οκτωβρίου 2018

Η Ελενα Μαυρίδου και οι ηθοποιοι της παράστασης μιλούν στο www.tospirto.net.

Το σκηνοθετικό της βάπτισμα με το εμβληματικό έργο του Ιρλανδού Νομπελίστα Σάμιουελ Μπέκετ “Περιμένοντας τον Γκοντό” παίρνει η Ελενα Μαυρίδου. Ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα του Θεάτρου του Παραλόγου, μια «τραγικωμωδία σε δυο πράξεις», όπως τη χαρακτήρισε ο ίδιος ο Μπέκετ, το Περιμένοντας τον Γκοντό (En attendant Godot, 1948), αποτελεί ένα αριστούργημα της σύγχρονης δραματουργίας. Παρά τις διαφορετικές ερμηνείες που το συνέδεσαν με τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Φρόυντ και του Γιουνγκ, τον Ψυχρό Πόλεμο, τον Υπαρξισμό, ακόμη και με τον Χριστιανισμό, το έργο παραμένει μια διαχρονική παραβολή για την τάση του ανθρώπου να περιμένει πάντοτε την έξωθεν σωτηρία. Όπως, άλλωστε, υποστήριζε κι ο ίδιος ο Μπέκετ, το νόημα του έργου βρίσκεται στο Περιμένοντας και όχι στον ίδιο τον Γκοντό, την ταυτότητα του οποίου δε γνώριζε ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας.

«Με τον Μπέκετ δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Αυτό που προτείνει στο κοινό είναι σαγηνευτικό. Εξευρευνά αυτά που δεν ξέρουμε, δε χρειάζεται καμία αγωνία για το νόημα, σπρώχνει τα όρια της πλοκής και των χαρακτήρων του για να μας πει πως περιμένουμε όλοι κάποιον Γκοντό, κάτι στη ζωή μας, έναν σύντροφο, μια δουλειά, τα Χριστούγεννα, τον θάνατο», αναφέρει χαρακτηριστικά η σκηνοθέτιδα και συνεχίζει αναφερόμενη το τραγικοκωμικό και το παράλογο στο θέατρο: «παραδοσιακά η κωμωδία βασίζεται στην ανωτερότητα του κοινού απέναντι στους ήρωές της. Γελάμε με την καρδιά μας με τους χαρακτήρες αυτούς που κάνουν γελοία λάθη. Οι ήρωες αυτοί φέρουν κατά κάποιο τρόπο πάνω στις πλάτες τους αμαρτίες όλης της ανθρωπότητας. Είναι ένα είδος εξιλέωσης για μας. Η τραγωδία έχει έναν πιο θαυμαστό ήρωα, αλλά το κοινό συνεχίζει να είναι ανώτερο γιατί γνωρίζει την πτώση στην οποία θα φτάσει στο τέλος. Ξέρουμε ότι ο Οιδίποδας σκότωσε τον πατέρα του και παντρεύτηκε τη μητέρα του. Το κοινό χρειάζεται να το ξέρει αυτό. Ξέρουμε τι θα έρθει και αυτό ενισχύει τη τραγική ειρωνεία. Στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» αρνείται να δώσει ξεκάθαρα μία θέση στο κοινό. Μπορεί να μην είναι ανώτεροι και καλύτεροι από εμάς οι ήρωες, γελάμε μαζί τους, όμως το κοινό δεν έχει μία θέση ανωτερότητας στην ιστορία. Δε γνωρίζει επίσης περί τίνος πρόκειται. Δεν υπάρχει τραγική ειρωνεία. Εκεί, μέσα σ’ αυτή την περιοχή, υπάρχει κάτι απ’ το τραγικοκωμικό στοιχείο αυτού του έργου και των ηρώων του που ζουν, παίζουν, αστειεύονται, αγαπιούνται, μισιούνται και περιμένουν... Ενώ συμβαίνουν τόσα πολλά, στην ουσία δε γίνεται για κανέναν  απολύτως τίποτα. Οι εποχές περνούν, ο χρόνος μοιάζει να μένει στάσιμος ενώ κινείται, ο Γκοντό δεν ήρθε πάλι σήμερα, θα έρθει αύριο. Και πάλι όλα απ την αρχή. Η όλη κατάσταση αίρει τη λογική και μοιάζει παράλογο, ο σκοπός τής ανθρώπινης ύπαρξης είναι υπό συζήτηση.  Βαθιά φιλοσοφικό και υπαρξιακό το έργο μάς κάνει να σκεφτόμαστε πως ζούμε σ’ έναν άσκοπο και παράλογο κόσμο. Μάς υπενθυμίζει με κάποιο τρόπο ότι ή ζωή είναι αυτή που είναι και όσο και να χτυπιέσαι, όπως λέει στο έργο, όσο και να κοπανιέσαι, η ουσία είναι μία. Δε γίνεται τίποτα. Δε θα πάρουμε ποτέ απαντήσεις στα υπαρξιακά ερωτήματά μάς που δεν έχουν να κάνουν  με την ύπαρξη τού Θεού, αλλά με τη δική μάς μέσα στο σύμπαν».

Εμείς μιλήσαμε με τους ηθοποιούς στην προσπάθειά μας να αποκρυπτογραφήσουμε το έργο αυτό…

Τι σας γοητεύει στο έργο;
Γιώργος Κατσής: Ως αναγνώστη δε με γοητεύει για να είμαι ειλικρινής. Δεν μπορεί να συγκριθεί μ’ έναν Σαίξπηρ, έναν Γκαίτε ή έναν Μπύχνερ ούτε κατά διάνοια. Την αξία του την αντιλαμβάνομαι ως ηθοποιός επί σκηνής, στην πράξη. Αναδεικνύεται μόνο εφόσον η παράσταση το αναδείξει, δεν μπορεί να το κάνει από μόνο του κι αυτό είναι πολύ γενναιόδωρο. Είναι ανατρεπτικό και απρόβλεπτο, χωρίς καν να έχει πλοκή. Είναι σχεδόν μια καθαρόαιμη φάρσα, με τη διαφορά ότι ο Μπέκετ βρήκε έναν τρόπο να την ποτίσει με μια φιλοσοφική παλέτα ερωτημάτων. Επίσης, θεωρώ ότι ένα πανέμορφο θέμα που οδηγεί όλη την ιστορία του αλλά λίγες φορές το αναδεικνύουν στο θέατρο, είναι η αντρική φιλία. Θεατρικά, πρόκειται για το άκρον άωτον αυτού που λέμε Bromance για μένα.

Θα δούμε μία κλασική προσέγγισή του; 
Κίμωνας Κουρής: Τι σημαίνει κλασικό ανέβασμα; Αυτό από μόνο του είναι μια τεράστια συζήτηση. Η σκηνοθέτιδά μας Έλενα Μαυρίδου χρησιμοποιεί μια γλώσσα της μάσκας και του κλόουν. Χρησιμοποιεί αυτά τα εργαλεία, αλλά ως "κατεστραμμένα" όχι ολοκληρωμένα στον εαυτό τους, χρησιμοποιώντας, αν θέλεις, την κλασική σχολή που πατούσε στους κλόουν. Άλλωστε, στην πρώτη παράσταση "Περιμένοντας τον Γκοντό" έφεραν για ηθοποιούς ανθρώπους από το τσίρκο. Αν πάρουμε λοιπόν ως δεδομένο ότι η σχολή του κλόουν μέσα στον Μπέκετ είναι κάτι κλασικό, τότε δεν υπάρχει καμία προσπάθεια πρωτοτυπίας. Πάντως, είναι δύσκολο να πει κανείς τι είναι κλασικό και τι όχι.

Γύρω από ποιους νοηματικούς άξονες κινείται;
Νατάσα Εξηνταβελώνη: Από την πρώτη στιγμή βλέπουμε ότι εδώ η δράση δεν εξυπηρετεί τους κλασικούς σκοπούς της. ''Δε γίνεται τίποτα'', λένε οι ήρωες. Έτσι, το νοηματικό βάρος πέφτει στο ζήτημα του χρόνου, ο οποίος κυλά παράδοξα ή βασανιστικά, σταμάτα, ανακυκλώνεται και κάνει το παρόν να μοιάζει μια τυχαία στιγμή στο ''κάποτε''. Η αναμονή αυτή μπορεί να κρατήσει από μια στιγμή μέχρι και ένα εκατομμύρια χρόνια μοναξιάς. Μοναξιά που τη μοιράζονται δύο, σαν τους πρωτόπλαστους.

Σκιαγραφήστε μας τους ήρωές του… 
Γιάννης Λεάκος: Το έργο έχει τέσσερις βασικούς χαρακτήρες. Το βασικό ντουέτο του Βλαδίμηρου και του Εστραγκόν κι ένα δεύτερο, αυτό του Πότζο και του Λάκυ. Υπάρχει, βέβαια, και η εμφάνιση του παιδιού, του πέμπτου προσώπου στο τέλος κάθε πράξης. Ο Βλαδίμηρος κι ο Εστραγκόν είναι δυο αχώριστοι για 50 χρόνια φίλοι, που περιμένουν μάταια κάποιον Γκοντό. Ο πρώτος περιποιητικός, περίεργος και πιο υπομονετικός στο χρόνο, μάλλον λίγο μεγαλύτερος. Ο δεύτερος πιο αφελής, αθώος και πιο παρορμητικός. Μόνο μαζί, όμως, υφίστανται ως υπάρξεις, ποτέ ως μονάδες. Ο Πότζο είναι ένας γαιοκτήμονας, ή αλλιώς η προσωποποίηση κάθε είδους εξουσίας. Οδοστρωτήρας και παρεμβατικός, σκληρός αλλά παράλληλη ευχάριστος. Ο Λάκυ είναι ο λακές του Πότζο, ο λιγότερο ομιλητικός χαρακτήρας, αλλά παράλληλα κι ο πιο ξεκάθαρος. Είναι αυτός που έχει αποδεχθεί περισσότερο από όλους τη μοίρα του σε αυτό το έργο και σ’ αυτόν τον κόσμο.

Η λέξη κλειδί στο έργο δεν είναι ο Γκοντό, αλλά το «Περιμένοντας». Τι σημαίνει το περιμένοντας; Ποιο το νοηματικό βάθος της λέξης; 
Γιάννης Καράμπαμπας: Περιμένοντας στον κόσμο του παράλογου και του παράδοξου, ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με το ανώφελο της ύπαρξής του. Και συνεχίζει να υπάρχει. Έτσι και ο Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν δεν φεύγουν, παραμένουν. Ο Μπέκετ μάς συναντά, μέσω των δύο φίλων, χρησιμοποιώντας το «περιμένοντας» ως τη μόνη διαφυγή από την αδρανή-θλιβερή αιωνιότητά τους.

Το έργο αυτό είναι αισιόδοξο ή όχι; Τι χροιά του δίνετε εσείς; 
Ανδρέας Κανελλόπουλος: Είναι και τα δύο και αυτό το καθιστά εξαιρετικά αληθινό, σκληρό και όμορφο όπως η ίδια η ζωή. Υπάρχει στο σύμπαν του μεγάλη συμπόνοια και κατανόηση για τον άνθρωπο και ένα λυτρωτικό χάδι αποδοχής για τα ελαττώματά του.

Ποιον Γκοντό περιμένουμε ...σήμερα;
Κίμωνας Κουρής: Περιμένουμε να πάμε σπίτι μας μετά την δουλειά να ξεκουραστούμε, περιμένουμε να δούμε τον ή την αγαπημένη μας, περιμένουμε τις διακοπές, τα Χριστούγεννα, περιμένουμε τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Ίσως κάποιοι περιμένουν να γνωρίσουν επιτέλους τον κατάλληλο άνθρωπο γι αυτούς. Κάποιοι άλλοι σε μεγαλύτερη ηλικία να περιμένουν τον θάνατο. Απλά περιμένουμε αφήνοντας τον χρόνο να περνάει. Ο Γκοντό έχει μια μορφή ελπίδας.
Ανδρέας Κανελλόπουλος:Τον ένα πίσω από τον άλλον κυριολεκτικά, είναι τόσο γιγάντιο το αίσθημα της αναμονής και του ανικανοποίητου που δεν θυμάσαι,στη πορεία, γιατί μαζεύτηκαν τόσοι Γκοντό έξω από την πόρτα σου.
Γιώργος Κατσής: Δεν περιμένω κανέναν.
Γιάννης Καράμπαμπας: O Εστραγκόν λέει «Πάμε να φύγουμε».Ας φύγουμε. Με τα καρότα στο στόμα, τα γογγύλια στις τσέπες, τα καπέλα στα πόδια, τις αρβύλες στο κεφάλι,με δουλειά, και μελέτη δημιουργούμε και παλεύουμε για την ελευθερία και την αξία της ανθρώπινης ύπαρξης. Κι αν ακούγεται ρομαντικό, καλά κάνει. SIC SEMPER TYRANNIS.
Γιάννης Λεάκος: Προσωπικά, δεν περιμένω πια κανένα Γκοντό, μιας και ξέρω ότι δε θα έρθει ποτέ. Ο Γκοντό είμαι εγώ και ό,τι έχει να κάνει με μένα. Οπότε, δεν περιμένω κάτι, απλώς προσπαθώ να είμαι πλέον στο τώρα μου, χωρίς προσδοκίες.
Νατάσα Εξηνταβελώνη: Ο Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν και να ερχόταν ο Γκοντό δε θα τον αναγνώριζαν. Από την άλλη, αν δεν περίμεναν και αυτόν, ποια θα ήταν η θέση τους στον κόσμο; Αυτό το ''περιμένω άρα υπάρχω'', με κάνει να σκεφτώ το σημερινό ''βιάζομαι άρα υπάρχω''. Κανείς δεν περιμένει σήμερα, κανείς δε στέκεται αντιμέτωπος στο χρόνο. Λίγοι αντέχουν σήμερα τις σιωπές.

Γεωργία Οικονόμου

Περισσότερα "Πρόσωπα"
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΠΡΟΣΩΠΑ" Main_who's_afraid_of_virginia_wolf33581%d0%ac2_copy_nikolay_biryukov Στη «ζούγκλα» του σαλονιού της Βιρτζίνια Γουλφ- Ποιον καυγά θυμούνται οι ηθοποιοί της παράστασης; Εμείς αντί μίας συνηθισμένης συνέντευξης, ρωτήσαμε τους ηθοποιούς της παράστασης - Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη, Λένα Κιτσοπούλου, Γιάννη Παπαδόπουλο και Στέλλα Βογιατζάκη- ποιος από τους ερωτικούς καυγάδες της προσωπικής ή μη ζωής τους έχει αποτυπωθεί πιο έντονα στη μνήμη τους. Main_slider Γ. Περλέγκας- Μ. Πρωτόπαππα: Αντέχουν να μείνουν... γυμνοί; «Δημιουργείς αυτό που χρειάζεσαι κι αυτή είναι η αλήθεια σου». Main_slider Θέμις Μπαζάκα: «Δεν είμαι ένας πειθαρχημένος άνθρωπος που έχτισε μια καριέρα με οδηγίες χρήσης» «Η Λιούμπα έχει κάτι πολύ δικό μου. Είμαι σπάταλη, επιπόλαιη και ρομαντική. Μοιραζόμαστε και τις καταστροφικές- ερωτικές- σχέσεις, σχέσεις με τους λάθος άντρες». Main_gia_2640 Γρηγόρης Βαλτινός: «Δεν υπάρχει σκοπός όταν αγαπάς, το να αγαπάς είναι ο σκοπός» «Δεν είναι καθόλου εύκολο μέσα σε δύο λεπτά να σκουπίζεις τα μάτια των θεατών και να ζωγραφίζεις ένα γέλιο στα χείλια τους». Main_703 Συνέντευξη: Η Νικαίτη Κοντούρη, η Υρώ Μανέ και η «Ρένα» Η σκηνοθέτις και η πρωταγωνίστρια μιλούν στο www.tospirto.net. Main_slider Γιάννης Μόσχος: «Δε θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια» «Πέσαμε στην παγίδα της ευκολίας και στην έκπτωση του γούστου του μέσου κοινού».
#load_content_with_ajax