ΔΕΥΤΕΡΑ 23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2019
Θέατρο | Πρόσωπα

Γιάννης Αναστασάκης: «Νομίζω ότι δικαιούμαστε μια άλλη συμπεριφορά ως ΚΘΒΕ» 18 Ιανουαρίου 2019

«Εύχομαι να έχουμε εργασιακή ειρήνη, που νόμιζα ότι είχαμε κατακτήσει…».

Επί διεύθυνσης Γιάννη Αναστασάκη το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος κατάφερε να μειώσει το χρέος του από 9 εκατομμύρια ευρώ σε 1 εκατομμύριο, ενώ αυτές τις ημέρες επρόκειτο να αποπληρωθεί και αυτό. Και καθώς το ΚΘΒΕ, για πρώτη φορά εδώ και αρκετά χρόνια, επρόκειτο να μηδενίσει το χρέος του, μια άκρως δυσάρεστη εξέλιξη για το θέατρο, αλλά και για τη Θεσσαλονίκη, έλαβε χώρα: οι ηθοποιοί του θεάτρου, με αφορμή την υπογραφή νέων συλλογικών συμβάσεων και τη διαφωνία τους με τη διοίκηση του θεάτρου, πέρασαν σε απεργιακές κινητοποιήσεις, με αποτέλεσμα όλες οι σκηνές του ΚΘΒΕ να παραμείνουν κλειστές από τις 25 Δεκεμβρίου έως και την ημέρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές.

Συνάντησα τον Γιάννη Αναστασάκη τις μέρες των Χριστουγέννων στο γραφείο του στο ΚΘΒΕ, στο οποίο, τις τελευταίες ημέρες, περνάει ολόκληρο το 24ωρο του, λόγω αυτών των εξελίξεων. Αρκετά πικραμένος, αλλά και θυμωμένος, πολύ κουρασμένος και κυρίως απογοητευμένος από την απεργία αυτή, μιλήσαμε στο γραφείο του, ενώ περίμενε με αγωνία την απάντηση του ΣΕΗ για το άνοιγμα των θεάτρων. Δυστυχώς, την αναμονή του δε θα διαδέχονταν αισιόδοξα μηνύματα, αφού λίγες ώρες αργότερα, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος θα ενημερωνόταν ότι η απεργία των ηθοποιών θα συνεχιζόταν.

Το  ΣΕΗ από την πλευρά τουανακοίνωσε (11/1)  τη συνέχιση των κινητοποιήσεων του στο ΚΘΒΕ. Συγκεκριμένα, η ανακοίνωση αναφέρει, μεταξύ άλλων: «Μετά από συνάντηση της διοίκησης και διεύθυνσης ΚΘΒΕ» με το προεδρείο του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και τη νομική σύμβουλο του ΣΕΗ, διασαφηνίστηκε ότι η διετής παράταση δεν έχει ισχύ νόμου όπως η συλλογική σύμβαση. Ακολούθησε συνέλευση ηθοποιών όπου αποφασίστηκε για άλλη μια φορά η συνέχιση των κινητοποιήσεων μέχρι την υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας. Παρά την απόφαση όμως και την αδυναμία επιχειρημάτων από μεριάς διοίκησης και διεύθυνσης, δεν θέλουν να υπογράψουν τη συλλογική σύμβαση που οι ίδιοι είχαν υπογράψει πριν 2 χρόνια! Αυτή τη στιγμή είμαστε στον αέρα, χωρίς σύμβαση και μας κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η στάση της Υπουργού Πολιτισμού κ. Ζορμπά, η οποία ΔΕΝ παίρνει θέση για το ότι έκλεισε ο μεγαλύτερος θεατρικός οργανισμός της χώρας, ΟΥΤΕ δέχεται το ΣΕΗ σε ραντεβού το οποίο έχει ζητηθεί από το σωματείο εδώ και 3 μήνες. Οι ηθοποιοί συνεχίζουν τον αγώνα τους για μια δίκαιη συλλογική σύμβαση. Τις επόμενες μέρες επίκεινται συναντήσεις με το Υπουργείο Εργασίας σε τριμερή επιτροπή, το πρωθυπουργικό γραφείο Θεσσαλονίκης, βουλευτές όλων των κομμάτων και εκπροσώπους όλων των σωματείων που στηρίζουν τον αγώνα μας].

Ποιες είναι οι σκέψεις σας με αφορμή τις τελευταίες αυτές εξελίξεις στο Κρατικό;
Θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή που δεν είναι από τις δύσκολες στιγμές του θεάτρου, δε δόθηκε λίγος χρόνος ακόμη για να λυθούν όλα τα νομικά θέματα και να προχωρήσουμε σε νέα συλλογική σύμβαση. Αλλά παλεύουμε πως θα γίνει αυτό με έναν τρόπο, ώστε να μην κατηγορηθούμε εγώ και ο Πρόεδρος του Δ.Σ. (σημ. Άρης Στυλιανού) για απιστία, που θεωρώ ό,τι χειρότερο για εμάς που εργαστήκαμε εδώ και 3 ½ χρόνια με τόση, θα το πω, αφοσίωση και εντιμότητα. Έχουμε φτάσει κοντά στο να κινδυνεύουμε. Αλλά έχουμε πάρει μια απόφαση: αν το Σωματείο στηλώσει και τώρα τα πόδια, που ελπίζω ότι δε θα γίνει, με τα όσα συμφωνήσαμε, δε θα κάνουμε άλλη προσπάθεια. Έχω ενημερώσει και την Υπουργό (σημ. Πολιτισμού) ότι εμείς «ως εκεί» μπορούσαμε. Έχω θυμώσει αρκετά σήμερα. Περιμένουμε από το πρωί να μας στείλουν μια νέα συλλογική σύμβαση, με ένα-δυο σημεία που μας είπαν ότι έχουν μόνον.

Πιστεύετε δηλαδή ότι αυτή τη στιγμή το ΣΕΗ ενδεχομένως δημιουργεί προβλήματα ακόμα και στους ηθοποιούς, μεσοπρόθεσμα, αντί να τους προστατεύει;
Σίγουρα το ΣΕΗ προστατεύει τους εργαζόμενους, αλλά με έναν τρόπο που θα μπορούσε να είναι πιο διαλλακτικός. Τη στιγμή μάλιστα που βλέπει ότι δεν υπάρχει μια στυγνή εργοδοσία, αλλά τουναντίον υπάρχουν άνθρωποι που τηρούν τους νόμους, που προσπαθούν για το καλύτερο σε ένα θέατρο, το οποίο, σε συνεργασία με την πολιτεία, έχουν καταφέρει να μην χρωστάει, που έχουμε στήσει παραστάσεις γεμάτες με κόσμο….Νομίζω ότι δικαιούμαστε μια άλλη συμπεριφορά.

Εσείς πώς νιώθετε ως μέλος του ΣΕΗ;
Τώρα νομίζω ότι αντιμετωπίζομαι πλέον ως εργοδότης. Λόγω και της ανανέωσης της θητείας μου στο Κρατικό.

Η οποία να σημειώσουμε ότι ανανεώθηκε λόγω της επιτυχημένης καλλιτεχνικής, αλλά και εργασιακής πορείας του θεάτρου.
Υποθέτω.

Άρα αυτή η εξέλιξη έσκασε σαν βόμβα για εσάς;
Επί 3 ½ χρόνια και μάλιστα σε πολύ δύσκολες εποχές καταφέραμε να έχουμε εργασιακή ειρήνη και μόνον μία μέρα είχαμε στάση εργασίας στο θέατρο.

Πάλι Χριστούγεννα ήταν.
Ναι. Στα 3 από τα 4 Χριστούγεννα που έχουμε περάσει, είχαμε πάντα ένα ζήτημα. Το είχαμε ξεπεράσει τις άλλες φορές. Σήμερα είναι η 4η μέρα στάσης εργασίας. Άρα, η νέα αυτή θητεία ξεκινάει με 4 μέρες στάσης εργασίας, σίγουρα. Νομίζω ότι κατάλαβαν και εδώ οι εργαζόμενοι, όταν ήρθαμε με τον Άρη τον Στυλιανού (σημ. Πρόεδρος του Δ.Σ. του ΚΘΒΕ), πως το πρώτο μέλημά μας ήταν να ξανασταθεί το θέατρο στα πόδια του, να κάνουμε καλές παραστάσεις, να έρθει ξανά ο κόσμος στο θέατρο, γιατί είχε απομακρυνθεί. Ερχόντουσαν στο θέατρο και απλά δεν έβλεπε παράσταση ο κόσμος, αφού συνήθως είχαν στάση οι εργαζόμενοι, και δικαίως, μιας και ήταν απλήρωτοι για μήνες. Παράλληλα, προσπαθήσαμε να επιστρέψει και ο καλλιτεχνικός κόσμος που είχε επίσης απομακρυνθεί. Η πολιτεία στάθηκε αρωγός εξ αρχής στην προσπάθειά μας. Έχουν αλλάξει τέσσερις υπουργοί πολιτισμού, αλλά δεν είχαμε με κανέναν τους πρόβλημα. Ίσα-ίσα καταλάβαιναν τα ζητήματα. Το θέατρο καταφέρνει αυτές τις μέρες να μηδενίσει τα παλιά του χρέη, δεν έχει προκαλέσει καινούρια χρέη, έχουμε απλωθεί σε ολόκληρη την πόλη και σε όλη την Βόρειο Ελλάδα, όσο μπορούμε, με περιοδείες, χειμώνα-καλοκαίρι. Έχουμε συνεργαστεί με όλους τους φορείς της πόλης, ανεξάρτητα από κομματικές εντάξεις, με δήμους, με την περιφέρεια, με τα Πανεπιστήμια. Νομίζω ότι αυτό δίνει σε όλους χαρά. Είναι κρίμα που περνάμε τώρα ένα διάστημα κρίσης. Ελπίζω να ξεπεραστεί. Πάντως και εγώ και ο Άρης Στυλιανού κάναμε ό,τι μπορούσαμε και δεν ξέρω και τί άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε. Και στην επαφή που είχαμε με τα Υπουργεία Εργασίας και Πολιτισμού, μας είπαν ότι βρισκόμαστε στο σωστό δρόμο και λέμε αυτονόητα πράγματα. Εάν το Σωματείο συνεχίσει να τα αρνείται, που βέβαια δεν είναι μόνο του, αλλά είναι και οι ηθοποιοί του θεάτρου που ακολουθούν, αφού άλλωστε μέσα από τις συνελεύσεις των ηθοποιών παίρνει αποφάσεις το ΣΕΗ, άρα θα σημαίνει ότι όντως υπάρχει μια κρίση στο θέατρο που έχει να κάνει κυρίως με διεκδικήσεις χρημάτων, όχι όμως με τη λειτουργία του αυτή καθαυτή. Και θα μπορούσαμε να βρούμε άκρη. Είμαι αισιόδοξος άνθρωπος.

Στη Θεσσαλονίκη, αυτή τη στιγμή, μετά και το κλείσιμο της Πειραματικής Σκηνής της Τέχνης και του BlackBox, έχει συρρικνωθεί σημαντικά η θεατρική δραστηριότητα στην πόλη. Το Κρατικό Θέατρο από την άλλη με τα Φεστιβάλ, τις Big Days, τις δράσεις σε όλη την πόλη προσπαθεί να αναπληρώσει αυτό το κενό. Ωστόσο, εσάς σας ανησυχεί αυτή η θεατρική συρρίκνωση σε ένα κοινό που όντως θέλει να βλέπει θέατρο;
Το Κρατικό δεν το πήρε η μπάλα και καταφέραμε να πάμε κόντρα σε αυτό, αν και είμαστε ένα θέατρο που αντιμετώπιζε εν γενεί θέματα πολλών χρόνων. Τα διοικητικά προβλήματα, σε ένα μεγάλο κομμάτι, έχουν λυθεί, αλλά ακόμα υπάρχουν. Τα οργανωτικά προβλήματα επίσης υπήρχαν και τα παλεύουμε εδώ και 3 ½ χρόνια. Το οικονομικό πρόβλημα ήταν τεράστιο, καθώς ήταν απλήρωτοι, τόσο οι άνθρωποι που ήταν εδώ, όσο και όποιοι έρχονταν για να δουλέψουν εδώ (σκηνογράφοι, σκηνοθέτες, μουσικοί κ.α.). Το ότι καταφέραμε με πείσμα και αισιοδοξία να αντισταθούμε σε αυτό το ρεύμα, ήταν η πρώτη κίνηση που οφείλαμε να κάνουμε. Δώσαμε την ευκαιρία σε νέα παιδιά και σε ταλαντούχους ανθρώπους που ζούσαν στην πόλη, αλλά είχαν, με ένα τρόπο, αποτραβηχτεί από την τέχνη του θεάτρου, να ξαναμπούν στο παιχνίδι. Αυτό είναι μέλημά μου, ακόμα και τώρα που μιλάμε. Γενικά, φιλοξενούμε εδώ δουλειές των ομάδων, δανείζουμε κοστούμια για να κάνουν μια δουλειά τους, ενώ επίσης παιδιά που είναι ταλαντούχα, βρίσκουν τρόπο να συνεργαστούν με το Κρατικό θέατρο ως ηθοποιοί, σκηνογράφοι, σκηνοθέτες. Έτσι, δεν απομακρύνονται ούτε από την πόλη, ούτε από την τέχνη τους. Δεν μπορούμε φυσικά, να επιχορηγήσουμε εμείς την ύπαρξη άλλων θεατρικών ομάδων με κάποιον άλλο τρόπο. Μπορούμε όμως να φιλοξενήσουμε παραστάσεις τους, αλλά και να δώσουμε σε αυτά τα παιδιά δουλειά μέσα από τις παραγωγές του Κρατικού θεάτρου. Εάν το ΚΘΒΕ είχε γονατίσει και δε μπορούσε να παράξει έργο, θα ανησυχούσα πολύ περισσότερο. Ευτυχώς, υπάρχει το Κρατικό και είναι μεγάλος πόλος, αφού εργάζονται εδώ πάνω από 100 ηθοποιοί, τουλάχιστον 15 σκηνοθέτες κάθε χρόνο, άρα και αντίστοιχα σκηνογράφοι, μουσικοί, ενδυματολόγοι. Ένα μέρος από αυτούς είναι από την Αθήνα και από άλλες πόλεις. Οι πιο πολλοί είναι από τη Θεσσαλονίκη, από την πόλη στην οποία ζουν.

Καταφέρατε να κρατήσετε τον κόσμο κοντά στο θέατρο, με την τιμολογιακή και κοινωνική πολιτική που έχετε  ακολουθήσει με τα μειωμένα εισιτήρια τις καθημερινές, αλλά και με τα δωρεάν εισιτήρια για ανέργους.
Νομίζω ότι το οφείλαμε στην κοινωνία γιατί τα τελευταία χρόνια η χώρα πέρασε μια μεγάλη κρίση και ακόμα προσπαθεί να βγει από αυτή την κρίση, που σημαίνει ότι πάρα πολλοί άνθρωποι βρέθηκαν χωρίς δουλειά. Ένα Κρατικό θέατρο όφειλε να σεβαστεί αυτούς τους ανθρώπους και να τους προσφέρει τη δυνατότητα να δουν θέατρο. Έτσι, πάνω από 20.000 άνεργοι (σημ. 20.070) είδαν δωρεάν θέατρο αυτά τα χρόνια στο ΚΘΒΕ. Σε κάθε παράσταση δηλαδή, βάλαμε έναν αριθμό θέσεων (20 θέσεις στις μεγάλες σκηνές, 10 στις μικρές) που ένας άνεργος θα μπορούσε να κλείσει θέση για να παρακολουθήσει δωρεάν την παράσταση. Προσωπικά, το θεωρώ μια νίκη, τόσο του θεάτρου γενικά, όσο και του ΚΘΒΕ, αλλά και μια υποχρέωση μαζί που την κάναμε πράξη. Από την άλλη, το Δ.Σ. έκανε αμέσως δεκτή την εισήγησή μου να έχουμε μειωμένο εισιτήριο, τουλάχιστον δύο μέρες την εβδομάδα, ώστε άνθρωποι που δεν παίρνουν πια έναν κανονικό μισθό να μπορούν να δουν θέατρο με 5 ευρώ. Έτσι, Τετάρτη και Πέμπτη σχεδόν όλες οι σκηνές μας είχαν και έχουν κόσμο που δε θα μπορούσε να έρθει να δει μια παράσταση. Ήταν χαρά για όλους, και για τους ηθοποιούς που έπαιζαν, αφού έβλεπαν πολύ κόσμο κάτω στην πλατεία για να απευθυνθούν, αλλά και για το κοινό που μπορούσε να έρθει στο θέατρο και να παρακολουθήσει παραστάσεις, που εφόσον τους άρεσαν έρχονταν και ξαναέρχονταν.

(Ενώ μιλούμε, καλούν τον κο Αναστασάκη από τα ταμεία των θεάτρων και τον ρωτούν τι θα πρέπει να απαντούν στον κόσμο που ρωτάει τόσο για τις επόμενες ημέρες, όσο και για τις παραστάσεις της ίδιας βραδιάς. Η ώρα είναι 18:00 το απόγευμα και δυστυχώς ο Διευθυντής του θεάτρου δε μπορεί να δώσει κάποια σαφή απάντηση στο κοινό του θεάτρου)

Έχετε προσκαλέσει στο παρελθόν ανθρώπους που συνδέονταν με την πόλη και οι οποίοι έχουν αποδεχθεί την πρόσκλησή σας (π.χ. Φιλαρέτη Κομνηνού, Λυδία Φωτοπούλου, Γιάννης Καλαβριανός, Γιάννης Μόσχος). Τί πιστεύετε ότι τους έκανε να επιστρέψουν στη Θεσσαλονίκη και το Κρατικό;
Νομίζω ότι ήρθαν επειδή είδαν ότι μέσα στο θέατρο γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια να κάνει ωραίες παραστάσεις και να απευθυνθεί στον κόσμο. Γιατί το θέατρο, προτού να έρθω, είχε λίγο κλειστεί στα δικά του προβλήματα και δε μπορούσε να δει τί γίνεται γύρω του. Ήρθαν επίσης επειδή οι συνθήκες έμοιαζαν καλύτερες από πριν και φροντίζαμε καθημερινά για αυτό. Τώρα σχετικά με το γιατί έφυγαν, μπορώ να απαντήσω μιλώντας για τον εαυτό μου. Τελείωσα και εγώ τη Δραματική Σχολή του Κρατικού, το 1989. Πήγα φαντάρος και το 1990 κατέβηκα κατευθείαν στην Αθήνα. Ακόμα και τότε δηλαδή, πριν από 30 χρόνια, η συνθήκη εδώ δεν ήταν πάρα πολύ διαφορετική. Ένας άνθρωπος λοιπόν που έχει ανησυχίες και θέλει να ασχοληθεί με την τέχνη του θεάτρου, είτε ως ηθοποιός, είτε ως σκηνοθέτης, όπως όσοι αναφερθήκατε, ξέρει ότι ο στίβος για να δοκιμαστεί και να δει αν τον ενδιαφέρει πραγματικά όλο αυτό και αν θα έχει αρκετές ευκαιρίες για να κάνει διαφορετικά πράγματα, είναι στην Αθήνα. Γενικά, είναι έτσι χτισμένη η χώρα, εδώ και δεκαετίες, που δεν υπάρχει ο όρος της αποκέντρωσης. Όλοι μιλάνε για αποκέντρωση, αλλά δεν υπάρχει. Είναι όλα συγκεντρωμένα εκεί. Ή τα περισσότερα τουλάχιστον. Δικαιολογώ δηλαδή και τον εαυτό μου, αλλά και όσους έφυγαν, θεωρώντας το ανάγκη και καλλιτεχνική ανησυχία να ασχοληθούν με τη δουλειά τους. Οπότε, όταν κλήθηκα μετά από 25 χρόνια απουσίας από την πόλη, να αναλάβω αυτή τη θέση, ήρθα με ένα πείσμα. Θεώρησα πολύ εγωιστικό να πω «όχι μωρέ, έχω την ησυχία μου στην Αθήνα, έχω δουλειές εκεί», ενώ η πόλη πάλευε να κρατήσει ένα θέατρο ζωντανό που βρισκόταν σε τόσο δύσκολη θέση. Έκρινα ότι θα ήταν πρόστυχο να μην έρθω να βοηθήσω. Όταν μου έγινε η πρόταση για το ΚΘΒΕ είχα ήδη κλείσει μια δουλειά με το Εθνικό θέατρο, την οποία και αρνήθηκα γιατί σκέφτηκα ότι είναι πιο μεγάλη η ανάγκη να επιστρέψω στην πατρίδα μου, στην πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα, αλλά και στο θέατρο, όπου σπούδασα και πρωτοείδα θέατρο προκειμένου να παλέψουμε να βγει από αυτό το τέλμα. Τα καταφέραμε στην πορεία και πάντα θέλω να ελπίζω ότι μπορούμε για το καλύτερο. Υπάρχει πολύ δρόμος ακόμη. Και για την κανονική λειτουργία και για το πώς αυτή η πόλη θα ξαναζωντανέψει. Ευτυχώς, στην περίοδο αυτής της κρίσης, αποδείχθηκε ότι οργανισμοί που πριν ήταν κλεισμένοι ο καθένας στα δικά του προβλήματα και προσπαθούσε μόνος του να τα αντιμετωπίσει, κατάλαβαν ότι μόνον μέσα από τη συνεργασία μπορούν να υπάρξουν. Και ότι με τη συνεργασία επίσης μπορούν να βοηθήσουν ώστε να διαχυθεί αυτό το πολιτιστικό προϊόν σε ολόκληρη την πόλη. Και στην υπόλοιπη Βόρειο Ελλάδα. Έτσι, όταν χτυπήσαμε την πόρτα όχι μόνον της περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, αλλά και διαφόρων δήμων (Νεάπολης, Συκεών, Χορτιάτη, Καλαμαριάς, Αμπελοκήπων), του Πανεπιστημίου και διαφόρων μουσείων (π.χ. το αρχαιολογικό και το μουσείο φωτογραφίας) και προτείναμε να συνεργαστούμε, δεν το αρνήθηκαν. Εγώ είχα την επιπλέον τύχη να έχω για Αναπληρώτρια Διευθύντρια την, επί 35 χρόνια καλή συνεργάτιδα και φίλη, Μαρία Τσιμά, κάτι που με έκανε να μην νιώθω καθόλου μόνος μου εδώ. Άλλωστε, δεν ένιωθα μόνος μου, επειδή είδα, όταν ήρθα στην πόλη, ότι υπήρχε διάθεση από όλους να κάνουμε κάτι για να βγούμε από αυτή τη δύσκολη θέση, όχι μόνον του Κρατικού, αλλά της πόλης ολόκληρης. Ακόμα και η παρουσία του Γιάννη Μπουτάρη, ως δημάρχου, εκείνο το διάστημα, αλλά και συγκεκριμένα πρόσωπα που είχαν αναλάβει θέσεις σε μουσεία ή σε πανεπιστήμια ή πρόσωπα εξουσίας μέσα στην πόλη. Μέτρησε και αυτό, ότι δηλαδή υπήρχαν πρόσωπα τα οποία είχαν ισχυρά ανεπτυγμένη την κουλτούρα της συνεργασίας και άρα δεν έμπαινε θέμα να δηλώσει κάποιος την κομματική του ταυτότητα και να βάλει ένα όριο, ούτε τα προσωπικά του γούστα ώστε να γίνουν αυτά ένα τοίχος για μια συνεργασία. Αντιθέτως, ήταν όλοι ανοιχτοί στο να πάμε να κάνουμε κάτι για την πόλη και τους πολίτες. Έτσι, δεν αισθάνθηκα μόνος.

Με αφορμή την αναφορά σας στον κο Μπουτάρη, θα ήθελα να μου σχολιάσετε τα έντονα δείγματα βίαιης συμπεριφοράς που εμφανίστηκαν στην Θεσσαλονίκη, τόσο με την επίθεση στον απερχόμενο δήμαρχο, όσο και με τις πρόσφατες λεηλασίες στο χώρο του ΑΠΘ. Που αποδίδετε τέτοιες συμπεριφορές, που κάνουν την πόλη να μοιάζει με ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί;
Η Ευρώπη ολόκληρη είναι ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Για παράδειγμα, τα «κίτρινα γιλέκα» στη Γαλλία. Προφανώς, αυτή η οικονομική κρίση, δεν είναι μόνον οικονομική, αλλά έχει επηρεάσει πολύ τους ανθρώπους. Και ευτυχώς που υπάρχει επίσης η διάθεση να αλλάξει αυτή η συνθήκη. Το ίδιο ισχύει και στη Θεσσαλονίκη. Απλώς, στην πόλη μας υπάρχουν και άλλα προβλήματα, όπως υψηλή ανεργία, απόσταση από την κεντρική εξουσία κ.α. Γίνονται πολλές προσπάθειες για να ξαναβρεί η πόλη το ρυθμό της, παρά την οικονομική κρίση. Υπάρχει ένα μεγάλο συντηρητικό κομμάτι στην πόλη, το οποίο, κατά καιρούς, σηκώνει ένα αποτρόπαιο κεφάλι, στα όρια του φασισμού και του εθνικισμού, θα έλεγα. Σε όλα αυτά, οι άνθρωποι που ασχολούμαστε με την τέχνη, δε μπορούμε να είμαστε συνοδοιπόροι. Πρέπει να είμαστε απέναντι, μέσα από την τέχνη μας περισσότερο νομίζω και όχι τόσο με δημόσιες δηλώσεις. Δεν καταλαβαίνω δηλαδή τη Θεσσαλονίκη σαν μια πόλη περίκλειστη που δε συνεργάζεται με τις γειτονικές χώρες, τη στιγμή που στο παρελθόν υπήρξε τόσο κοσμοπολίτικη. Κάνουμε μεγάλο αγώνα στο θέατρο να υπάρξει αυτή η συνεργασία και φαντάζομαι ηγείται από ανάλογη προσπάθεια και από πολλούς άλλους φορείς της πόλης. Δε γίνεται σε αυτή την πόλη να στηλώνουμε τα πόδια ενάντια στους πρόσφυγες, όταν ένα μεγάλο κομμάτι αυτής της πόλης έχει ζήσει προσφυγιά. Άνθρωποι σαν τον Μπουτάρη, που ανέφερα προηγούμενα, έδωσαν ένα στίγμα, ότι δηλαδή μπορεί αυτή η πόλη να δει με μεγαλύτερη ανεκτικότητα όλα αυτά που γίνονται γύρω της και να προασπίσει τη δημοκρατία και τη διαφορετικότητα. Αλλά και οι άνθρωποι αυτοί, άδικα κυνηγήθηκαν και προπηλακίστηκαν. Νομίζω ότι υπάρχει μεγάλο απόθεμα στην πόλη ανθρώπων που μπορούν να αντισταθούν σε αυτό το κύμα του συντηρητισμού. Αυτό μου δίνει και εμένα ελπίδα. Και μέσα από το θέατρο, που είναι γνωστό ότι είναι ανοιχτή τέχνη, και παλεύει να δει τα προβλήματα της κοινωνίας στην οποία απευθύνεται, δεν έχουμε λόγο να είμαστε περίκλειστοι. Αυτή μας τη στάση τη στηρίζουμε και με το ρεπερτόριο και με την τιμολογιακή πολιτική μας.

Είναι γεγονός ότι το ρεπερτόριό σας είναι ποικίλο τόσο θεματολογικά, όσο και δραματουργικά με συγγραφείς όπως Μπέκετ, Φασμπίντερ, Μπρεχτ, αλλά και Καμπανέλλης.
Θεωρώ ότι είναι ευθύνη μας, γιατί το θέατρο πρέπει να απευθύνεται σε όλες τις κοινωνικές ομάδες. Υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν για πρώτη φορά θέατρο και άρα μάλλον θα δυσκολευτούν να δουν κατευθείαν Μπρεχτ. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν δει παραστάσεις και είναι φανατικά θεατρόφιλο κοινό, άρα θα ψάξουν να δουν μια παράσταση που μπορεί να έχει μια διαφορετική αισθητική, αλλά και ένα θέμα που να αντιμετωπίζεται με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Επομένως, όταν έχεις την τύχη, γιατί περί τύχης πρόκειται, να υπάρχουν 5 σκηνές (Βασιλικό 700 θέσεις, ΕΜΣ 600 θέσεις, φουαγιέ ΕΜΣ 100 θέσεις, Μονή Λαζαριστών 600 θέσεις και ένα μικρότερο 120), μπορείς να σκεφτείς και ένα ρεπερτόριο που να ταιριάζει στο συγκεκριμένο χώρο και να γνωρίζει ο κόσμος ότι πηγαίνοντας εκεί μπορεί να δει κάτι πιο πρωτοποριακό ή πιο πειραματικό, ενώ πηγαίνοντας στα άλλα θέατρα μπορεί να δει κάτι πιο εύκολα προσβάσιμο για τον μέσο θεατή. Παρόλα αυτά, ακόμα και στα μεγάλα θέατρα δοκιμάσαμε να κάνουμε Μπέκετ και πήγε εξαιρετικά καλά.

Είναι γεγονός ότι το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ, που συνεχίζεται για δεύτερη χρονιά, πήγε εξαιρετικά καλά, παρόλο που πρόκειται για ένα ιδιαίτερο κείμενο.
Θεωρώ ότι ο Μπέκετ είναι βαθιά λαϊκό θέατρο. Ωστόσο, πιστεύω ότι αν με το που ερχόμουν εδώ, η πρώτη μου επιλογή ήταν να κάνουμε Μπέκετ, νομίζω ότι θα ήταν μια μάλλον άστοχη επιλογή. Δηλαδή, την πρώτη χρονιά, ήταν στο ρεπερτόριο η «Αγγέλα» του Γ. Σεβαστίκογλου και το «Αγόρι με τη Βαλίτσα» του Μ. Κένι. Την επόμενη χρονιά, κάναμε Μπρεχτ, αλλά μαζί είχαμε και το «Τρίτο Στεφάνι» του Κ. Ταχτσή, όπως και το «Φέστεν». Τη μεθεπόμενη χρονιά κάνουμε ένα ρεπερτόριο λίγο πιο τολμηρό, αλλά και πάλι θα έχουμε το «Καληνύχτα Μαργαρίτα» ή και την «Αυλή των Θαυμάτων» που συνεχίζεται από  πέρισυ. Θα έχουμε δηλαδή και ένα έργο που θα είναι για το πλατύ κοινό, που ενδεχομένως να έρθει ακόμα και από μια γειτονική πόλη και θα θέλει να δει κάτι, στο οποίο να έχει πιο εύκολη πρόσβαση. Από την άλλη, παλεύουμε όλες οι παραστάσεις, και αυτό είναι και θα είναι το κύριο μέλημά μας, να είναι παραστάσεις άρτιες καλλιτεχνικά. Δηλαδή να μη γίνεται τίποτα με φτηνό τρόπο, αλλά και να μην υποτιμούμε κανέναν θεατή. Θεωρώ ότι μάλλον τα καταφέραμε, αφού τις παραστάσεις μας τις είδε ο κόσμος και αυτό μας βοήθησε και οικονομικά, ώστε πραγματικά να μην έχουμε χρέη. Επιπλέον, μας έδωσε την ικανοποίηση ότι δεν παίζουμε σε ένα άδειο θέατρο. Άρα είμαστε σε ένα καλό δρόμο. Αυτό πιστεύω και τώρα που μιλάμε, παρόλο που περνάμε αυτή την κρίση, αυτή τη στιγμή. Υπάρχουν πολλά πράγματα ακόμα να γίνουν, αλλά είναι σαν να έχουμε ξαναθυμίσει στο κοινό ότι υπάρχουμε, είμαστε εδώ και έχουμε πολλά διαφορετικά πράγματα να του δείξουμε. Ο αγώνας μας θα συνεχιστεί για να διευρύνουμε αυτό το κοινό και επίσης για να αισθανθεί ότι το σεβόμαστε όπως το σεβαστήκαμε αυτά τα χρόνια.

Είχατε πει σε παλαιότερη συνέντευξή σας ότι θα θέλατε και θα επιδιώξετε μια συνεργασία με το Εθνικό. Είσαστε κοντά σε κάτι τέτοιο;
Το προσπαθούμε. Μέχρι στιγμής έχουμε φέρει δουλειά από την Πειραματική ή από την Νέα Σκηνή του Εθνικού, με αφορμή τα Δημήτρια. Κατεβήκαμε και εμείς με δύο παραστάσεις μας στο Εθνικό. Το πρόβλημα είναι κυρίως οικονομικό, καθώς οι μεγάλες μας παραγωγές είναι δύσκολο να μετακινηθούν, καθώς σημαίνει πολλούς ηθοποιούς, τεχνικούς, σκηνικά που έχουν απαιτήσεις και πρέπει να ξεστηθούν και να ξαναστηθούν σε αντίστοιχη σκηνή του Εθνικού ή του ΚΘΒΕ. Φέτος, το κουβεντιάζουμε με τον Στάθη τον Λιβαθινό πώς θα μπορέσουν να ταξιδέψουν έστω μικρότερες παραγωγές και να είμαστε κοντά. Όμως σίγουρα ξέρω ότι είναι ανοιχτός ο δρόμος για τέτοιες συνεργασίες. Μένει να βρούμε τον τρόπο και κυρίως να βρούμε πώς θα καλύψουμε τα κόστη, γιατί αυτό ήταν μεγάλο ζήτημα για το Κρατικό, αλλά και για το Εθνικό φαντάζομαι, αφού και εκείνο παλεύει. Κάνουμε βήματα πολύ προσεκτικά, αλλά πιστεύω ότι τα επόμενα χρόνια θα μπορεί να γίνει με μεγαλύτερο θάρρος, γιατί οι συνθήκες θα είναι πιο ευνοϊκές.

Να τολμήσω μια προσωπική ερώτηση. Τι εύχεστε για τα επόμενα 3 χρόνια της θητείας σας εδώ. Τί ονειρεύεστε και τι θέλετε.
Αρχικά εύχομαι να μην έχουμε ξανά τέτοια προβλήματα, όπως τώρα. Να έχουμε εργασιακή ειρήνη, την οποία νόμιζα ότι είχαμε κατακτήσει. Επίσης, η κοινωνία γύρω μας να αντιμετωπίζει λιγότερα προβλήματα, άρα και εμείς να αντιμετωπίζουμε λιγότερα προβλήματα. Η προσπάθεια που έχει γίνει, σε καλλιτεχνικό επίπεδο, να βάλει ακόμα πιο ψηλά τον πήχη και να αρχίσουν να συζητιούνται οι παραστάσεις του Κρατικού, ακόμα περισσότερο. Να μπορέσουμε να κρατήσουμε αυτή την επαφή με τη διεθνή σκηνή που ξεκινήσαμε, είτε με συμμετοχή μας σε ξένα φεστιβάλ, είτε με τη δημιουργία δικών μας φεστιβάλ που θα καλούμε ξένες παραγωγές, είτε με τη συνεργασία ξένων σκηνοθετών, όπως ο Σίλβιου Πουρκαρέτε που έκανε το «Χειμωνιάτικο Παραμύθι». Έτσι, ώστε η Θεσσαλονίκη να έχει ένα θέατρο που της αξίζει και εμείς επίσης να μην παιδευόμαστε με καθημερινά προβλήματα, που μοιάζουν άλυτα. Να είμαστε καλά. Να έχουμε υγεία και να έχω την οικογένειά μου κοντά που ζει στην Αθήνα. Αυτό που θέλω κυρίως είναι αυτή η προσπάθεια να μη μείνει στη μέση, να αφήσουμε κάτι για τους επόμενους και να κερδίσουμε και άλλο την εμπιστοσύνη του κόσμου. Να γίνει ένα κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Ένα ισχυρό κομμάτι μέσα στην πόλη και όχι απλώς ένας πολιτιστικός οργανισμός που κάνει παραστάσεις.

Κλείνοντας θα ήθελα να σας ρωτήσω, αναφορικά με τους νέους στους οποίους αναφερθήκατε, πώς βλέπετε το κομμάτι της εκπαίδευσης των νέων από τις δραματικές σχολές.
Επειδή έτυχε να ήμουν επί χρόνια στις επιτροπές του Υπουργείου για τις Δραματικές Σχολές είτε στις διπλωματικές εξετάσεις, είτε στις εισαγωγικές που υπήρχαν μέχρι και σήμερα, έχω δει το επίπεδο των Δραματικών σχολών που υπάρχουν, κυρίως στην Αθήνα. Λίγες σχολές υπάρχουν εδώ. Είναι χαμηλό το επίπεδο σπουδών και δεν ξέρω πώς μπορεί να ανέβει, με τί έλεγχο του κράτους, γιατί χρειάζεται συνεχής έλεγχος και εντατικός, ώστε αυτές οι σπουδές να είναι πραγματικά αντάξιες του περιεχομένου τους. Ξέρω ότι σήμερα στο Κρατικό και το Εθνικό, επειδή το παλεύουμε και εμείς πολύ και ξέρω ότι και το Εθνικό το φροντίζει πολύ με τη δική του σχολή, γίνεται μια εξαιρετική δουλειά. Το ίδιο επίσης ισχύει για τη σχολή του Ωδείου Αθηνών που είναι ημι-κρατική. Από εκεί και πέρα, η θεατρική εκπαίδευση επαφίεται και στο μεράκι του εκάστοτε διευθυντή, αλλά και των εκάστοτε διδασκόντων στις δραματικές σχολές. Ούτε οι αναγκαίοι χώροι υπάρχουν, ούτε οι πόροι για να λειτουργήσει μια σχολή, ούτε πιθανότατα και η συναίσθηση της ευθύνης του να είναι κάποιος «Σχολάρχης» και να έχει μια δραματική σχολή. Η θεατρική εκπαίδευση στη Θεσσαλονίκη, πέρα από 2-3 ιδιωτικές σχολές που προσπαθούν να κάνουν πράγματα, είναι πλήρης στη σχολή του Κρατικού. Περιλαμβάνει και θεωρητικά μαθήματα από καθηγητές Πανεπιστημίου, αλλά και πρακτικά μαθήματα από ηθοποιούς ή σκηνοθέτες, ή με μετακλήσεις ηθοποιών και σκηνοθετών από το εξωτερικό, σεμινάρια. Είναι ένα κομμάτι που, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, του δίνουμε μεγάλη σημασία. Από το Φεβρουάριο πρόκειται να μπούμε επίσης σε ένα μεγάλο πρόγραμμα του Υπουργείου Παιδείας, του «Δια βίου Μάθησις», στο οποίο ομάδες ηθοποιών και σκηνοθετών και θεατροπαιδαγωγών θα φεύγουν από τη Θεσσαλονίκη και θα πηγαίνουν σε όλη τη Β. Ελλάδα (Ήπειρο, Θεσσαλία, Θράκη), ενώ αντίστοιχα ανάλογες ομάδες του Εθνικού Θεάτρου θα πηγαίνουν στην υπόλοιπη Ελλάδα και θα προσπαθούμε να εμπνεύσουμε μαθητές και εκπαιδευτικούς πάνω στην τέχνη του θεάτρου και με έναν τρόπο, που το θέατρο μόνον μπορεί να τον βρει, να τους κάνουμε να θίξουν ουσιαστικά και προβλήματα καθημερινής ζωής που έχουν. Έτσι, θα αναπτυχθεί περαιτέρω ο εκπαιδευτικός ρόλος του ΚΘΒΕ για τα επόμενα δυο χρόνια. 

Τόνια Τσαμούρη

Περισσότερα "Πρόσωπα"
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΠΡΟΣΩΠΑ" Main_6th_hrtf Τα μέλη της Fabrica Athens συστήνονται στο www.tospirto.net Το φεστιβάλ κλείνει φέτος 10 χρόνια. Main_b_faidra_new_(164) Συνέντευξη: Η Έφη Θεοδώρου και η Μαρία Σκουλά μιλούν για την «Φαίδρα» «έργο για τον έρωτα ως πάθος καταστροφικό, ταυτόχρονα όμως είναι και ένας στοχασμός πάνω στην απέλπιδα προσπάθεια των προσώπων να εξερευνήσουν τα όρια της ελευθερίας τους. Βρισκόμαστε όμως στο τερραίν της τραγωδίας και τα χαρτιά είναι σημαδεμένα». Main_unnamed_(4) Ο Θανάσης Τριαρίδης και η Ελενα Σωκράτους στέκονται «απέναντι» στον πολιτισμένο... κόσμο «Με θυμώνει το ότι δε συνειδητοποιούμε ότι έτυχε να γεννηθούμε εδώ, έτυχε να μην πεθάνουμε από ασιτία, λίγες ώρες μετά τη γέννησή μας, εγκαταλελειμμένοι σε ένα δάσος της Νιγηρίας. Με θυμώνει το ότι όλα όσα με θυμώνουν είναι κοινότοπα, θυμώνουν τόσους πολλούς, αλλά υπάρχουνε ακόμη». Main_703 Η ομάδα των «Δαιμονισμένων» μιλά στο www.tospirto.net Μιλήσαμε με την ομάδα των Δαιμονισμένων, τον Κωνσταντίνο Χατζή που σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί σ΄αυτην, τη σκηνογράφο Λία Ασβεστά και τους ηθοποιούς Θεοχάρη Ιωαννίδη, Ηλέκτρα Καρτάνου, Νίκο Λεκάκη και Νίκο Μάνεση στην προσπάθειά μας να μάθουμε όσο το δυνατόν περισσότερα για την παράσταση αυτή. Main_assemplywomen_www%c2%a9stavroshabakis--9 Όταν οι Εκκλησιάζουσες έγιναν λαϊκή οπερέτα Ο Χριστόφορος Σταμπόγλης μιλά στο www.tospirto.net. Main_62453035_2468664746490741_9056351384462426112_n Αιμίλιος Χειλάκης: «Ψάχνεις τα μαλλιά και τη φωνή μου; Έλα στο θέατρο και θα σου μιλήσω για Σαίξπηρ» «Πώς τα ξωτικά παλεύουν μέσα μας για την αγάπη και την αναπαραγωγή;».
#load_content_with_ajax